Αναζητώντας δυνάμεις του ΕΛΑΣ, οι Γερμανοί μπαίνουν στην κωμόπολη του Διστόμου. Αποκλείουν τις εισόδους και αρχίζουν τις έρευνες στα σπίτια, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Συγκεντρώνουν όλους τους κατοίκους και ξεχωρίζουν 104 άνδρες και 114 γυναίκες (μεταξύ αυτών 45 παιδιά και 20 βρέφη). Τους εκτελούν και στη συνέχεια πυρπολούν το χωριό, αφήνοντας πίσω τους κρανίου τόπο.
Δίστομο 1944: «Εδώ πονά η σιωπή, πονάει κι η πέτρα κάθε δρόμου κι απ’ τη θυσία κι απ’ τη σκληρότητα του ανθρώπου…»
«Εδώ ‘ναι το πικρό το χώμα του Διστόμου
ω, εσύ διαβάτη, όπου πατήσεις να προσέχεις.
Εδώ πονά η σιωπή, πονάει κι η πέτρα κάθε δρόμου
κι απ’ τη θυσία κι απ’ τη σκληρότητα του ανθρώπου.
Εδώ μία στήλη απλή, μαρμάρινη όλη κι όλη
με ονόματα σεμνά, κι η Δόξα τα ανεβαίνει
λυγμό — λυγμό, σκαλί — σκαλί, μέγιστη σκάλα».
Γιάννης Ρίτσος
Είναι 1944. Το ναζιστικό κτήνος που αιματοκύλησε την ανθρωπότητα δέχεται χτυπήματα. Απέναντι του ορθώνεται ο ηρωϊκός Κόκκινος Στρατός. Στην Ελλάδα, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ σφίγγουν τον κλοιό. Οι Ναζί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους καταφεύγουν από έγκλημα σε έγκλημα, από βαρβαρότητα σε βαρβαρότητα. Σε δεκάδες περιοχές οι κάτοικοι ζουν από πρώτο χέρι την εγκληματική φύση της ναζιστικής ιδεολογίας: Ανώγεια, Κάνδανος, Βιάννος, Κομμένο, Χορτιάτης, Καλάβρυτα, Λέχοβο και αλλού οι κατοχικές δυνάμεις και οι ταγματασφαλίτες- οι χρυσαυγίτες της εποχής- σκορπούν το θάνατο και τη φρίκη.
Στις 10 Ιούνη 1944 ήταν η σειρά του Διστόμου να γίνει το τραγικό σκηνικό ενός ανείπωτου ολοκαυτώματος. Η περιγραφή του ιστορικού Τάκη Λάππα, που έτυχε να βρίσκεται εκείνο τον καιρό στην περιοχή και αποτύπωσε τα γεγονότα στο βιβλίο «Η σφαγή του Διστόμου» είναι χαρακτηριστική: «Σαν και τούτο το κακό άλλο δεν ξαναγίνηκε (…) οι φονιάδες μεθυσμένοι από το κακούργο πάθος τους, σπάζουν τις πόρτες των σπιτιών κι ορμάνε μέσα. Οποιον συναντάνε, τον σκοτώνουν. Αλλοι θερίζουν χωρίς διάκριση ψυχές μέσα στα κοντινά σπίτια κι άλλοι ξεχύνονται στις γειτονιές… Τα παρακάλια κι ο θρήνος που κάνουν τα γυναικόπαιδα δε στέκουν ικανά να μαλάξουν την άγρια ψυχή των μακελάρηδων (…) Μπροστά σε τέτοιο θέαμα κι οι θεατές ακόμα του Κολοσσαίου θα σκέπαζαν τα μάτια τους από φρίκη κι αυτός ο Ηρώδης ή ο Νέρωνας θα φρένιαζαν απ’ το κακό τους, που ύστερα από τόσους αιώνες βρέθηκαν κτηνάνθρωποι σαν κι αυτούς, όχι μονάχα να τους μιμηθούνε, μα να τους ξεπεράσουν κιόλας».
Οι αφηγήσεις και μαρτυρίες που κατέγραψε ο Τ.Λάππας- η μεθοδική έρευνα του οποίου για την σφαγή στο Δίστομο κατατέθηκε αργότερα στη δίκη της Νυρεμβέργης- είναι χαρακτηριστικές της κτηνωδίας των Ναζί:
Μια απ’ τις επιζήσαντες της θηριωδίας, η Ολυμπιάδα Περγαντά, που ήταν μαζί με τη μητέρα της και άλλα δέκα γυναικόπαιδα στο σπίτι του Θ.Σφοντούρη, διηγούνταν: «Βλέπουμε και μπάινει μέσα ένας Γερμανός που στάθηκε στην πόρτα κι όπως μας βρήκε μαζωμένος στο δωμάτιο, άρχισε να ρίχνει στο σταυρό κατά πάνω μας μ’ ένα γρήγορο όπλο (αυτόματο). Εγώ λαβώθηκα στο χέρι από τους πρώτους κι έπεσα χάμω κάνοντας τη σκοτωμένη. Η Ασήμω Σφοντούρη που ήταν πλάϊ μου και κράταγε το χρονιάρικο παιδί της στα γόνατα, με το πρώτο έπεσε από πάνω του και το σκέπασε με το κορμί της να γλιτώσει αυτό τουλάχιστον απ’ το Χάρο. Αφού ο Γερμανός άδειασε τ’ όπλο του πάνω μας δυο φορές, που να θυμηθώ απ’ το φόβο και τον αλλαλαγμό, ύστερα ήρθε και μας σκούνταγε με το πόδι του για να δει μπας και ζούσαμε και κάναμε τους πεθαμένους. Μα ποιός να κουνήσει; Άλλοι είμαστε μισοζώντανοι κι άλλοι στον τόπο. Όλοι μας, ο ένας πάνω στον άλλο κολυμπάγαμε στο αίμα. Αφού σιγουρεύτηκε ο Γερμανός πως μας είχε ξεπαστρέψει έφυγε. Μερικοί από ‘κει μέσα, όπως η μάνα μου, ήταν βαριά λαβωμένοι […] Ως το πρωί η μάνα μου πέθανε απ’ το αίμα. Τρεις μονάχα ζήσαμε: ένα παιδί, εγώ και το μικρό της Ασήμως, που έβαλε η μάνα του το κορμί της ταμπούρι για να γλιτώσει. Για να το σώσει χάθηκε κείνη…».



