Εκεί όπου οι τελευταίες πτυχές του Κίσσαβου γονατίζουν μπροστά στο Θερμαϊκό και το βουνό αφήνει το άγριο ανάστημα του να σβήσει μέσα στην αλμύρα της θάλασσας, απλώνεται το Κόκκινο Νερό, ο παραθαλάσσιος καθρέφτης της Καρίτσας, χαμηλά, σχεδόν στο ύψος της ανάσας του κύματος.
Είναι ο τόπος όπου το πράσινο του βουνού κατεβαίνει ως τις ρεματιές και τις πλατανιές, και οι ρίζες των δέντρων μοιάζουν να βυθίζονται στο θαλασσινό νερό, σαν να ζητούν να πιουν κι αυτές αλμύρα. Λίγοι οι μόνιμοι κάτοικοι του, μετρημένοι, μα κάθε καλοκαίρι ο τόπος φουσκώνει από ζωή, φωνές, φώτα και βήματα, καθώς το μικρό αυτό παραθαλάσσιο άνοιγμα γίνεται λιμάνι ανάπαυσης για ταξιδιώτες από την Ελλάδα και μακρινές χώρες.
Το όνομα του δεν είναι τυχαίο ούτε ποιητική υπερβολή αλλά γεννιέται από τα ίδια του τα σπλάχνα, από τη μεταλλική πηγή που αναβλύζει εδώ και αιώνες, νερό ανθρακούχο, σταθερό στους δεκαεπτά βαθμούς, βαρύ σε σίδηρο, που βάφει τις πέτρες κοκκινωπές, σαν να κύλησε πάνω τους αίμα της γης. Το νερό αυτό δεν φυλακίζεται σε μπουκάλια μα πίνεται εκεί όπου γεννιέται, σαν ιερό δώρο του βουνού στον περαστικό, μια πράξη σιωπηλής συμφιλίωσης ανθρώπου και φύσης.
Πίσω από τον οικισμό, στον ανήφορο που οδηγεί πάλι προς την Καρίτσα, ανοίγεται το φαράγγι της Καλυψώς, ένα ρήγμα στο σώμα του Κίσσαβου, όπου το φως δυσκολεύεται να περάσει και το πράσινο γίνεται σχεδόν τροπικό με κουμαριές, άριες και καστανιές πλέκουν θόλο πάνω από φυσικές λίμνες και καταρράκτες, με τον μεγαλύτερο να πέφτει από ύψος εβδομήντα μέτρων, σαν κατακόρυφη προσευχή νερού προς τη γη.
Εκεί ο τόπος γίνεται δοκιμασία και μύηση με μονοπάτια για πεζοπόρους, βράχια για κατάβαση με σχοινιά, παγωμένες αγκαλιές νερού για τους τολμηρούς που βουτούν στις λίμνες του φαραγγιού. Κάτω, κοντά στη θάλασσα, το τοπίο μαλακώνει και σκληραίνει μαζί με γεφύρια και πλατάνια ρίχνουν σκιά πάνω σε ρεματιές, βράχια με σπηλιές φυλάνε σιωπές αιώνων, και οι ακτές απλώνονται άλλοτε με βότσαλο κι άλλοτε με άμμο, σαν ο τόπος να αλλάζει πρόσωπο ανάλογα με τη διάθεση του ταξιδιώτη.
Σήμερα, το Κόκκινο Νερό ζει στον παλμό του καλοκαιριού όπου δωμάτια και μικρά ξενοδοχεία ανοίγουν τα παράθυρα τους στη θάλασσα, ψαροταβέρνες απλώνουν τραπέζια πάνω στο κύμα, καφέ και beach bar φωτίζουν τις νύχτες με μουσικές και φωνές. Κι όμως, πίσω από τη σύγχρονη ζωντάνια του παραθερισμού, ο τόπος κρατά βαθιά μνήμη, αρχαία κατοίκηση και παλιά βήματα ανθρώπων που διάλεξαν αυτή τη στενή λωρίδα ανάμεσα στο βουνό και στο πέλαγος για να ριζώσουν. Έτσι, το Κόκκινο Νερό στέκει σαν πύλη της Καρίτσας προς τη θάλασσα, σαν το σημείο όπου το βουνό κατεβαίνει κάθε καλοκαίρι να κοιταχτεί στον καθρέφτη του νερού και να θυμηθεί ότι, όσο κι αν υψώνεται, κάποτε πρέπει να σκύβει για να συνεχίσει να ζει.
Πηγή: Σκιές και Ψίθυροι



