της χώρας στους πολεμικούς σχεδιασμούς
Τον Δήμαρχο Χαϊδαρίου, Μιχάλη Σελέκο, υποδέχθηκε σήμερα στον Τύρναβο ο
Δήμαρχος Τυρνάβου, Στέλιος Τσικριτσής.
Οι δύο Δήμαρχοι, της «Λαϊκής Συσπείρωσης», είχαν την ευκαιρία για μια
ουσιαστική ανταλλαγή απόψεων γύρω από τα προβλήματα και τις σύγχρονες
ανάγκες του λαού, τον ρόλο της Τοπικής Διοίκησης, αλλά και τις
γενικότερες πολιτικές εξελίξεις που επηρεάζουν άμεσα τη ζωή των
εργαζομένων, των λαϊκών οικογενειών και των ίδιων των δήμων.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε η προσπάθεια των αγωνιστικών
δημοτικών αρχών να αναδεικνύουν από θέση διοίκησης τις πραγματικές
λαϊκές ανάγκες και τα εμπόδια που συναντούν στην προσπάθεια να
ικανοποιηθούν. Όπως επισημάνθηκε, το θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο που
διαμορφώνεται για την Τοπική Διοίκηση περιορίζει διαρκώς τις δυνατότητες
των δήμων, επιβάλλει προτεραιότητες που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες
των λαϊκών οικογενειών και ενισχύει τη λογική της ανταποδοτικότητας, της
εμπορευματοποίησης και της ιδιωτικοποίησης δημοτικών υπηρεσιών.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην υποχρηματοδότηση και την υποστελέχωση των δήμων, που έχουν λάβει πλέον μόνιμα και οξυμένα χαρακτηριστικά, αλλά και
στον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ο οποίος διαμορφώνει ένα ακόμη πιο ασφυκτικό πλαίσιο λειτουργίας για τους δήμους, με δυσμενείς συνέπειες για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και τα λαϊκά νοικοκυριά.
Στο ίδιο πλαίσιο συζητήθηκε η κατεύθυνση για τη μεταφορά κοινωνικών
αναγκών και δημοτικών υπηρεσιών στους ιδιώτες, αλλά και η πολιτική που
ανοίγει όλο και περισσότερο τον δρόμο για την αντιμετώπιση βασικών
κοινωνικών αγαθών, όπως το νερό και η ενέργεια, ως πεδίων
επιχειρηματικής δράσης και κερδοφορίας. Οι δύο Δήμαρχοι υπογράμμισαν την
ανάγκη της οργάνωσης και του αγώνα μέσα από τα σωματεία, τους μαζικούς
φορείς του λαού, διεκδικώντας την ικανοποίηση των αναγκών των λαϊκών
οικογενειών που σήμερα αντιμετωπίζονται με όρους αγοράς και «βιωσιμότητας» και μετατρέπονται σε πεδία κερδοφορίας για επιχειρηματικούς ομίλους.
Ιδιαίτερη θέση στη συζήτηση κατείχε και το ζήτημα των εργαζομένων στους
δήμους, της χρόνιας εργασιακής ομηρίας και των αντεργατικών ρυθμίσεων
που δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο τη στελέχωση των υπηρεσιών,
εστιάζοντας σε όσους εργάζονται στους βρεφονηπιακούς σταθμούς. Αναφορά
έγινε και στους εργαζόμενους που συνεχίζουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες
τους στους δήμους με βάση δικαστικές αποφάσεις, οι οποίοι βρίσκονται
αντιμέτωποι με ένα θεσμικό πλαίσιο που μεταφέρει ακόμη και την ευθύνη
των σχετικών δικαστικών διεκδικήσεων στα υπουργεία Εσωτερικών και Οικονομικών.
Ξεχωριστή συζήτηση έγινε για την εμπλοκή της χώρας στους
ιμπεριαλιστικούς πολεμικούς σχεδιασμούς και τις συνέπειες που αυτή έχει
για τον λαό. Οι δύο Δήμαρχοι αναφέρθηκαν στην ανάγκη να δυναμώσει η πάλη
ώστε να μην πληρώσει ο λαός ούτε με τη ζωή ούτε με τον ιδρώτα του τις
συνέπειες των πολεμικών ανταγωνισμών.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία έχει ο ρόλος της Θεσσαλίας. Η
μετατροπή υποδομών και περιοχών της Θεσσαλίας σε κρίκους των
στρατιωτικών και ενεργειακών σχεδιασμών, σε συνδυασμό με τη διαρκή
αύξηση των πολεμικών δαπανών, αναδεικνύει ακόμη περισσότερο την ανάγκη ο
λαός να βάλει στο επίκεντρο τις δικές του ανάγκες και να μην αποδεχθεί
τη λογική ότι πρέπει να θυσιάσει δικαιώματα, εισόδημα και κοινωνικές
υποδομές για τους στόχους του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστικών
συμμαχιών.
Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα μπροστά και στις νέες
οικονομικές επιβαρύνσεις που προκαλούν οι πολεμικές εξελίξεις. Οι
ανατιμήσεις στην ενέργεια, στο νερό, στα τρόφιμα και σε βασικά υλικά
επιβαρύνουν ταυτόχρονα τα λαϊκά νοικοκυριά και τους δημοτικούς
προϋπολογισμούς, σε μια περίοδο που οι Δήμοι εξακολουθούν να λειτουργούν
με ανεπαρκείς κρατικούς πόρους και μεγάλες ελλείψεις προσωπικού.
Οι δύο Δήμαρχοι κατέληξαν ότι η «λαϊκή αντιπολίτευση» δεν σταματά στην
πόρτα του δημαρχείου. Η ευθύνη των δημοτικών αρχών της «Λαϊκής
Συσπείρωσης» είναι να βρίσκονται καθημερινά στην πρώτη γραμμή των
διεκδικήσεων, να αναδεικνύουν τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων, να
κατονομάζουν τους υπεύθυνους για την πολιτική που τα δημιουργεί και
ταυτόχρονα να αξιοποιούν κάθε δυνατότητα που υπάρχει για την ανακούφιση
των εργαζομένων και των λαϊκών οικογενειών.
Σε αυτή την κατεύθυνση, κοινή είναι η θέση ότι οι δήμοι δεν μπορεί να
αποτελούν φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς, ούτε πεδίο επιχειρηματικής
δράσης, αλλά πρέπει να διεκδικούν τους αναγκαίους πόρους, το απαραίτητο
προσωπικό και τις υποδομές που απαιτούνται για την κάλυψη των σύγχρονων
λαϊκών αναγκών.
Η συμπόρευση και ο συντονισμός των δημοτικών αρχών της «Λαϊκής
Συσπείρωσης» μπορούν να συμβάλουν στην ενίσχυση της διεκδίκησης απέναντι
στην αντιλαϊκή πολιτική, μαζί με τους εργαζόμενους, τα σωματεία, τους
φορείς και τους κατοίκους κάθε περιοχής.
Με τους λαούς στο προσκήνιο και τις ανάγκες τους πάνω από τα κέρδη.
Να μην πληρώσει ο λαός την εμπλοκή της χώρας στους πολεμικούς
σχεδιασμούς.



