Μα τι πάθανε οι άνθρωποι;

Γράφει η Μαρία Κορώνα, δημοσιογράφος

Μία από τις πιο αγαπημένες μου συνήθειες είναι να περπατώ στους δρόμους αυτής της πόλης, μόνη, ακούγοντας μουσική και να ανακαλύπτω διαδρομές που δεν γνώριζα από πριν ότι υπάρχουν. Πρόκειται για έναν πολύ καλό τρόπο αν θέλει κάποιος να έρθει σε επαφή με τον εαυτό του και με το περιβάλλον που τον πλαισιώνει.

Σαν ένας λύκος που αποχωρίζεται για λίγο και συνειδητά την αγέλη και πορεύεται ολομόναχος σε μια διαδικασία που ωστόσο είναι απαραίτητη για να βρει ξανά τον ζωτικό του χώρο ή τουλάχιστον να τον επανεφεύρει.

Εκείνο το απόγευμα της Πέμπτης τα καταστήματα ήταν κλειστά και έτσι χωρίς δεύτερη σκέψη αποφάσισα πως πρέπει να αφεθώ στην αγαπημένη μου συνήθεια. Σε έναν περίπατο, όπου η βουή του κόσμου φάνταζε τόσο μακρινή.

Η διαδρομή που ακολούθησα δεν ήταν συγκεκριμένη. Αυτή η απουσία ελέγχου με έχει οδηγήσει πολλές φορές σε όμορφα μέρη και εικόνες, που σύστησαν τη Λάρισα ξανά στα μάτια μου.

Πέντε λεπτά περιπάτου ήταν αρκετά για να λειτουργήσει ως «θόρυβος» οι φωνές των ανθρώπων, που ήταν συγκεντρωμένοι στην είσοδο μιας πολυκατοικίας πιθανότατα για την καθιερωμένη συνέλευση.

Και κάπως έτσι το «Babylon On Fire» που έπαιζε από το playlist στα ακουστικά μου, μετατράπηκε αυτόματα σε «Larissa On Fire» με εξαγριωμένους ενοίκους έτοιμους για να πιαστούν στα χέρια.

Μα που πήγαν εκείνες οι εποχές που ο γείτονας ζητούσε ζάχαρη από τον γείτονα του και εκείνος του την έδινε με όλο χαρά και προθυμία; Γιατί σήμερα μοιάζουν όλοι να είναι τόσο πικραμένοι;

Με την απάντηση να είναι πιο βαθιά από την έλλειψη ζάχαρης, αποφάσισα πως πρέπει να εγκαταλείψω τον έντονο συναισθηματισμό της στιγμής και να συνεχίσω τον -κατά τα άλλα- ήρεμο περίπατο μου.

Δυο βήματα πιο κάτω και αντίκρυσα μια όμορφη εικόνα. Δύο χαριτωμένοι σκύλοι, που τα λουριά των συνοδών τους δεν τους εμπόδισαν από το να μυρίσουν ο ένας τον άλλον επιδιώκοντας σύνδεση.

«Πρόσεχε Ίρμα, θα σε φάει» αναφώνησε η μία συνοδός στο μικρόσωμο σκύλο της.

«Δεν ντρέπεσαι; Το δικό μου σκυλί θα «φάει» το δικό σου;» της απάντησε η κυρία με το μεγαλόσωμο σκύλο.

Και κάπως έτσι μια «ανθρώπινη κυνομαχία» έλαβε σάρκα και οστά μπροστά στα έκπληκτα μάτια των περαστικών, με τα δύο τετράποδα ζώα να μην προλαβαίνουν να αναπτύξουν τη φιλική επαφή που τόσο πολύ έδειξαν από την αρχή να επιθυμούν.

Αυτή η Πέμπτη «μυρίζει» μπαρούτι, σκέφτηκα αν και εδώ που τα λέμε δεν διέφερε από τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας που και πάλι όλοι είναι εναντίον όλων.

Το βλέπουμε καθημερινά. Στα σχόλια των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, στις δουλειές, στις ουρές των τραπεζών και των σούπερ μάρκετ, στα σχολεία, στα σπίτια, στους δρόμους και όπου αλλού υπάρχουν ανθρώπινες οντότητες.

Μια λέξη στραβή και γίνεται καβγάς, μια άποψη διαφορετική από τη δική σου και γίνεσαι εχθρός. Και όλοι με τα σπίρτα στα χέρια περιμένουν η περίσταση να μετατραπεί σε σύγκρουση και να ανάψει το Κορδελιό.

Και μη νομίζετε ότι η φωτιά έχει μόνο μεταφορική χροιά.

«Έβαλα φωτιά για να μην ξεσπάσω στα παιδιά μου» φέρεται να δήλωσε κατά τη διάρκεια της ομολογίας της στους αστυνομικούς η 43χρονη που κατηγορείται για τους εμπρησμούς στην Κερατέα της Αττικής.

Η αλήθεια είναι πως μάθαμε να ξεσπάμε αλλού για να μην έρθουμε σε επαφή με την πραγματικότητα που επικρατεί γύρω μας και με τα αληθινά μας συναισθήματα.

Φοβόμαστε να πούμε ότι φοβόμαστε.

Φοβόμαστε να πούμε ότι πονάμε.

Φοβόμαστε να πούμε ότι δεν αντέχουμε.

Ας μην απορεί κανείς, λοιπόν, γιατί πάψαμε να αγαπάμε τον πλησίον μας.

Γιατί πως να αισθανθείς τον πόνο του άλλου όταν αποφεύγεις να εκφράσεις τον δικό σου και να εντοπίσεις την πηγή της προέλευσης του.

Και αυτή είναι η μεγάλη διαφορά του να επιβιώνεις από το να ζεις πόσο μάλλον από το να ζεις καλά.

Έτσι, λοιπόν, αυτά τα ανείπωτα και καθημερινά «δεν αντέχω» έγιναν θυμός και βία.

Και μέσα σε όλη αυτή την παράνοια έρχονται να προστεθούν οι καθημερινοί διαπληκτισμοί που ενίοτε φτάνουν ως και τον ξυλοδαρμό από οδηγούς στους δρόμους. Η βία των ανηλίκων που έχει μετατραπεί σε μάστιγα για την εποχή μας και κάθε μορφής εγκληματικότητα που συνεχώς αυξάνεται.

«Μα τι πάθανε οι άνθρωποι;» θα αναφωνήσουν οι «τελευταίοι των Μοϊκανών της Ενσυναίσθησης», ενώ άλλοι με κριτική διάθεση θα σπεύσουν να πουν «Πάει, ο κόσμος τρελάθηκε εντελώς» στη θέα κάποιου εγκλήματος.

Η αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι «πάθανε χρέη, πάθανε ακρίβεια, πάθανε πενιχρούς μισθούς, πάθανε μοναξιά, πάθανε ψυχολογικά, πάθανε ανταγωνισμό, πάθανε απάθεια».

Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης το τελευταίο διάστημα αντί να εστιάζουν στο πραγματικό πρόβλημα, έχουν αναγάγει σε μείζον ζήτημα το αν οι εκλογές θα γίνουν τελικά τον Σεπτέμβρη ή την άνοιξη του 27, ενώ η κύρια είδηση θα έπρεπε να είναι ότι ένα μεγάλο ποσοστό της κοινωνίας αδιαφορεί παντελώς για αυτές.

Η κοινωνία των πολιτών, παρά το γεγονός ότι στις επικείμενες εκλογές θα έχει να επιλέξει ανάμεσα σε μια μεγάλη γκάμα κομμάτων, παραμένει δύσπιστη για το κατά πόσον κάποιο από αυτά μπορεί να συμβάλει σε ένα πραγματικό ευ ζην.

Και κάπως έτσι «δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα! προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!»

Πριν αλληλοεξοντωθούμε ως είδος είναι προσωπική ευθύνη του καθενός να εντοπίσει ποιοι επιθυμούν να μας λογίζουν ως κοπάδι που δεν σκέφτεται παρά μόνο δρα χωρίς να νιώθει.

Εκείνο το απόγευμα της Πέμπτης οι ωραίες διαδρομές στάθηκαν η αφορμή για να βγει ο μοναχικός λύκος από μέσα μου.

Συναντώντας, όμως, τους εξαγριωμένους συμπολίτες μου θυμήθηκα ότι και ο «πεινασμένος» λύκος βγαίνει ενίοτε έξω από το δάσος έτοιμος να κατασπαράξει όποιον βρει μπροστά του για να χορτάσει.

Εκείνο το απόγευμα της Πέμπτης το αποχαιρέτησα με ένα τελευταίο τραγούδι:

«Μα ο λύκος της ψυχής μου τραγουδάει
στο δάσος της ζωής μου ξενυχτά
ο λύκος της ψυχής μου τραγουδάει
κανείς το λύκο δεν τον κυβερνά».

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ