Υπήρξε Γερμανός συγγραφέας, βραβευμένος με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1929. Η ανάλυση και κριτική του της ευρωπαϊκής και γερμανικής ψυχής χρησιμοποίησε εκσυγχρονισμένες γερμανικές και βιβλικές ιστορίες, όπως και τις ιδέες των Γκαίτε, Νίτσε και Σοπενχάουερ. Ο μεγαλύτερος αδελφός του ήταν ο ριζοσπάστης συγγραφέας Χάινριχ Μαν.
Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ο Τόμας Μαν υποστήριζε τον Κάιζερ Γουλιέλμο Β΄ και ήταν αντίθετος με τον φιλελευθερισμό. Σταδιακά οι πολιτικές του θέσεις άλλαξαν, άρχισε να υποστηρίζει τον φιλελευθερισμό και τις δημοκρατικές αρχές, ενώ αργότερα εξέφρασε συμπάθεια προς τις σοσιαλιστικές ιδέες. Κατήγγειλε δημοσίως τον εθνικοσοσιαλισμό και ενθάρρυνε την αντίσταση από την εργατική τάξη. Το 1930 έδωσε στο Βερολίνο μία διάλεξη (Έκκληση προς την λογική – Ein Appell an die Vernunft) με την οποία ζήτησε να συγκροτηθεί ένα κοινό μέτωπο καλλιεργημένων αστών-σοσιαλιστικής εργατικής τάξης ενάντια στη βαρβαρότητα του ναζισμού.
Τα βιβλία του Τόμας Μαν, σε αντίθεση με τα βιβλία του αδερφού του Χάινριχ και του γιου του Κλάους, δεν κάηκαν δημόσια από το ναζιστικό καθεστώς το 1933, ίσως επειδή οι Ναζί φοβήθηκαν τον αντίκτυπο που θα είχε η δημόσια καταστροφή των βιβλίων ενός συγγραφέα που είχε τιμηθεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας τέσσερα χρόνια νωρίτερα.
Κατά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία στη Γερμανία το 1933, ο Τόμας Μαν με τη γυναίκα του βρίσκονταν στη Ζυρίχη. Ύστερα από προτροπή του γιου του Κλάους, δεν επέστρεψε στη Γερμανία. Το 1936 πήρε την τσεχοσλοβακική υπηκοότητα και του αφαιρέθηκε η γερμανική. Το 1939 έφυγε για τις Η.Π.Α., όπου δίδαξε στο πανεπιστήμιο Πρίνστον και πέντε χρόνια αργότερα απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα. Στην Ευρώπη επέστρεψε το 1952 και εγκαταστάθηκε στο Κίλχμπεργκ κοντά στη Ζυρίχη. Πέθανε το 1955.



