Μεταξοχώρι Αγιάς: Εκεί που το μετάξι έγινε μνήμη και οι άνθρωποι έγιναν ιστορία

Στους πρόποδες του Κισσάβου, εκεί όπου το βουνό χαμηλώνει και οι ρεματιές κρατούν ακόμη δροσιά και ψίθυρους νερού, απλώνεται το Μεταξοχώρι ένα χωριό που δεν σου αποκαλύπτεται αμέσως, αλλά σε αφήνει να το γνωρίσεις σιγά, όπως γνωρίζεις έναν άνθρωπο παλιό. Στα περίπου 340 μέτρα υψόμετρο, μέσα στη ρεματιά του Άμυρου ποταμού, κάτω από θεόρατα πλατάνια και δίπλα σε πέτρινα σπίτια που μοιάζουν να κουβαλούν πάνω τους αιώνες, ο τόπος αυτός δεν είναι απλώς ένας οικισμός μα είναι μια συνέχεια.
Κάποτε λεγόταν Ρέτσιανη. Ένα όνομα που κρατά από τα σλαβικά χρόνια, όπως τόσα άλλα της περιοχής σημάδι των ανθρώπων που κατέβηκαν εδώ από τον βορρά, από τόπους της σημερινής Σερβίας και της Κροατίας, φέρνοντας μαζί τους γη, συνήθειες και μια άλλη αρχή. Το 1927 βαφτίστηκε Μελίσσι, μα δεν έμεινε για πολύ και δύο χρόνια μετά, το 1929, πήρε το όνομα που το συνοδεύει μέχρι σήμερα το Μεταξοχώρι. Αυτό δεν είναι τυχαίο επειδή εδώ το μετάξι δεν ήταν απλώς παραγωγή μα ήταν τρόπος ζωής, ήταν ρυθμός και ανάσα.
Το χωριό δεν στέκει μόνο του μέσα στον χρόνο. Κουβαλά βαθιά μέσα του ίχνη από εποχές που χάθηκαν και άλλες που σώθηκαν μισές. Λίγο πιο έξω, στη θέση Κωσταρή, εντοπίζεται προϊστορικός οικισμός της πρώιμης και μέσης εποχής του χαλκού με μια παρουσία που δείχνει πως η γη αυτή κατοικήθηκε από πολύ νωρίς και όμως μετά από εκείνη την περίοδο, η ιστορία σιωπά για αιώνες, αφήνοντας μόνο σκόρπια σημάδια μέχρι τον 2ο αιώνα π.Χ., όπου ξαναεμφανίζεται ζωή στην ευρύτερη περιοχή της Αγιάς. Αργότερα, στα παλαιοχριστιανικά χρόνια, ένα ψηφιδωτό που βρέθηκε στη θέση Χρυσαλλίδα μαρτυρά μια ακόμη παρουσία πριν κι αυτό χαθεί ξανά κάτω από το χώμα.
Στους βυζαντινούς χρόνους, η περιοχή ήταν χαρακτηρισμένη ως αυτοκρατορική γη, διοικούμενη από αξιωματούχο με τίτλο Πρωτοσπαθάριου. Και πέρασε πολλά Φραγκοκρατία, Καταλανούς, Σέρβους, Αλβανούς, διαδοχικές αναστατώσεις που άφησαν το αποτύπωμα τους, μα δεν έσβησαν τον τόπο.
Η μεγάλη του ανάσα ήρθε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Όταν ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής παραχώρησε την περιοχή στη Μιχριμά, την κόρη του, το Μεταξοχώρι μαζί με άλλα χωριά έγινε βακούφι. Τα έσοδα πήγαιναν σε ευαγή ιδρύματα της Κωνσταντινούπολης, κι αυτό έφερε κάτι σπάνιο σταθερότητα και προνόμια. Οι φόροι ήταν ευνοϊκότεροι, και η ζωή άρχισε να ανθίζει. Μέσα στους αιώνες, το χωριό γνώρισε περιόδους ακμής, ιδιαίτερα στον 17ο, 18ο και 19ο αιώνα και τότε ήταν που το μετάξι έγινε ταυτότητα.
Από τον Μάιο μέχρι τον Ιούλιο, τα σπίτια γέμιζαν ζωή. Οι μεταξοσκώληκες τρέφονταν με φύλλα μουριάς, οι γυναίκες φρόντιζαν με υπομονή κάθε στάδιο, κι όταν έφτανε η ώρα, τα κουκούλια γίνονταν χρυσαλλίδες. Αν τις άφηναν να σπάσουν, έχαναν την αξία τους έτσι, η διαδικασία ήθελε γνώση και ακρίβεια. Τα κουκούλια μαζεύονταν σε χαράρια και πουλιούνταν στη Χρυσαλλίδα, τη μεγάλη αποθήκη του Στ. Παπαδόπουλου και από εκεί ξεκινούσε το ταξίδι τους.
Μα η πραγματική δουλειά γινόταν μέσα στα σπίτια. Από το 1760 ως το 1830, κάθε πέτρινο αρχοντικό ήταν μια μικρή βιοτεχνία. Όλη η οικογένεια δούλευε. Έγνεθαν το νήμα, ύφαιναν υφάσματα, έφτιαχναν φυτίλια, αλατζάδες, τσεβρέδες, μαντήλια. Από το 1855 έως το 1875, η παραγωγή έφτασε στο απόγειο της. Το εμπόριο μεταξιού και βαμβακερών νημάτων άνοιξε δρόμους μέχρι την Ευρώπη, και το χωριό γνώρισε πλούτο και δύναμη.
Η ιστορία κράτησε και πρόσωπα. Ο Ελβετός βαρόνος Ευγένιος Φαβρ, που έφτασε το 1872 με τη σύντροφο του Στεφανία χορεύτρια του Μουλέν Ρουζ δεν ήταν απλώς περαστικός. Έχτισαν αρχοντικό το 1876, επένδυσαν στην παραγωγή, δημιούργησαν εργοστάσια, έδωσαν ώθηση στον τόπο. Εκείνη η Μαντάμα, έγινε προστάτιδα των ανθρώπων. Μα η ιστορία τους τελείωσε τραγικά, με τον βαρόνο να χάνεται στα νερά του Πηνειού, αφήνοντας πίσω μια σιωπή που ακόμη πλανάται.
Σήμερα, τα αρχοντικά αυτά στέκουν ακόμη. Το αρχοντικό Βατζιά, του 1871, που είδε συνελεύσεις και πολέμους. Το αρχοντικό Τζήμερου, που στέγαζε παραγωγή σπόρου μεταξιού. Το αρχοντικό Φαβρ, μεγάλο και επιβλητικό. Το σπίτι Καρπέτη, που αναστήλωσε ο Μποστ το 1969 και μέσα από αυτά, το χωριό απέκτησε έναν νέο χαρακτήρα έγινε τόπος καλλιτεχνών. Άνθρωποι της τέχνης, όπως ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, η Άννα Βαγενά και άλλοι, βρήκαν εδώ κάτι που δεν εξηγείται εύκολα ησυχία, έμπνευση και ρίζα.
Η ζωή όμως δεν έμεινε στο παρελθόν. Οι εκκλησίες συνεχίζουν να κρατούν τον τόπο δεμένο. Δώδεκα βυζαντινοί ναοί μέσα και γύρω από το χωριό. Ο Άγιος Νικόλαος με τον ασημένιο τρούλο. Η Αγία Παρασκευή. Η Μονή Εισοδίων της Θεοτόκου, του 18ου αιώνα, με το ξυλόγλυπτο τέμπλο και τα κελιά που κάποτε φιλοξενούσαν κουκούλια. Ο Προφήτης Ηλίας, πνιγμένος στο πράσινο. Και πιο πέρα, η Μονή Αγίου Ευσταθίου με το παλιό υδραγωγείο οκτώ καμάρες που ακόμη στέκουν, σαν ανάσα άλλης εποχής.
Το νερό κυλά παντού. Από την πηγή Παπά Αλεβίζη μέχρι τις ρεματιές, μέχρι τα καλντερίμια. Και μέσα σε όλα αυτά, η ζωή συνεχίζεται πιο ήσυχα, πιο γήινα. Η δενδροκαλλιέργεια έχει πάρει τη θέση της παλιάς βιοτεχνίας. Σε 3.000 στρέμματα γης, οι άνθρωποι καλλιεργούν μήλα, κεράσια, φουντούκια, ελιές, ροδάκινα, βύσσινα, σύκα, γεώμηλα. Άλλη εποχή μα ίδιος κόπος.
Έτσι το χωριό δεν έσβησε και δεν έγινε σκιά. Κρατήθηκε, με λιγότερους ανθρώπους, ίσως πιο ήσυχους δρόμους, μα με μια παρουσία που δεν χάνεται. Οι αριθμοί άλλαξαν, μα ο τόπος όχι. Παραμένει ζωντανός, γιατί υπάρχει ακόμα λόγος να επιστρέψεις.
Οι άνθρωποι επιστρέφουν. Στον Δεκαπενταύγουστο, όταν η πλατεία γεμίζει. Στη Γιορτή Κερασιού, με γεύσεις, τραγούδια, βόλτες. Στις πανσελήνους του Αυγούστου, όταν η μουσική απλώνεται στον αέρα. Στις προβολές ταινιών στο παλιό Παρθεναγωγείο, που έγινε πολιτιστικό κέντρο. Στις φωνές της χορωδίας. Σε κάθε μικρή στιγμή που κρατά τον τόπο ζωντανό.
Κάπου εκεί, ανάμεσα σε πέτρα, νερό και μνήμη, καταλαβαίνεις κάτι απλό και βαθύ μαζί ότι το Μεταξοχώρι δεν είναι ένα χωριό που απλώς υπάρχει αλλά είναι ένας τόπος που συνεχίζει να υφαίνει όχι πια μετάξι, αλλά ιστορίες.
Πηγή: Σκιές και Ψίθυροι

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ