Ερώτηση προς τους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κατέθεσε ο βουλευτής Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία κ. Βασίλης Κόκκαλης, αναδεικνύοντας τη ραγδαία αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών, την άρνηση της κυβέρνησης να επαναφέρει τη ρύθμιση των 120 δόσεων και τον αποκλεισμό χιλιάδων ασφαλισμένων από τη συνταξιοδότηση λόγω χρεών προς τον e-ΕΦΚΑ.
Στην ερώτησή του επισημαίνει ότι επαγγελματίες, έμποροι και βιοτέχνες, μέσω των συλλογικών τους φορέων, επαναφέρουν με επιμονή το αίτημα για ρύθμιση οφειλών έως και σε 120 μηνιαίες δόσεις, χαρακτηρίζοντάς το ως μέτρο οικονομικού ρεαλισμού και αναγκαία ανάσα για την πραγματική οικονομία. Όπως τονίζει, ο παραγωγικός κόσμος εξακολουθεί να λειτουργεί υπό καθεστώς έντονης πίεσης, χωρίς ουσιαστική στήριξη από την κυβερνητική πολιτική.
Παρά το γεγονός ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση και τα Ασφαλιστικά Ταμεία υπερβαίνουν τα 162 δισ. ευρώ, το οικονομικό επιτελείο εμφανίζεται, σύμφωνα με τον βουλευτή, κατηγορηματικά αντίθετο στην επαναφορά ενός δοκιμασμένου εργαλείου που στο παρελθόν συνέβαλε στην αύξηση των δημοσίων εσόδων και στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης.
Ο κ. Κόκκαλης ασκεί κριτική και στη μονομερή προώθηση του Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών ως μοναδικής λύσης, επισημαίνοντας ότι αφορά οφειλές άνω των 10.000 ευρώ και αφήνει εκτός τη συντριπτική πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών. Όπως υπογραμμίζει, η κυβέρνηση προτείνει ένα πλαίσιο που ευνοεί κυρίως όσους διαθέτουν μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα, αφήνοντας ακάλυπτους τους πιο ευάλωτους.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο εκτιμώμενο δημοσιονομικό κόστος της ρύθμισης των 120 δόσεων, ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ, το οποίο, σύμφωνα με τον βουλευτή, προβάλλεται ως απαγορευτικό, ενώ την ίδια στιγμή αγνοείται το κόστος που προκαλεί η σημερινή κατάσταση, όπως τα λουκέτα, η απώλεια θέσεων εργασίας, η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας και, τελικά, η απώλεια δημοσίων εσόδων.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η αδυναμία ένταξης σε βιώσιμες ρυθμίσεις οδηγεί δεκάδες χιλιάδες επαγγελματίες στην απώλεια ασφαλιστικής ικανότητας, με σοβαρές κοινωνικές συνέπειες και επιβάρυνση του δημόσιου συστήματος υγείας και κοινωνικής προστασίας. Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Κόκκαλης υπενθυμίζει τις προτάσεις των επαγγελματικών φορέων για μείωση της προκαταβολής φόρου, αρχικά στο 40% και σταδιακά στο μηδέν, ως μέτρο ενίσχυσης της ρευστότητας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο ζήτημα της συνταξιοδότησης. Παρότι αυξήθηκε πρόσφατα το ανώτατο όριο οφειλών προς τον e-ΕΦΚΑ για την απονομή σύνταξης, ο βουλευτής τονίζει ότι τα νέα όρια εξακολουθούν να αποκλείουν σημαντικό αριθμό ασφαλισμένων, οι οποίοι, παρά τη συμπλήρωση των απαιτούμενων ετών και ηλικίας, παραμένουν εγκλωβισμένοι λόγω συσσωρευμένων χρεών από την περίοδο της κρίσης, της πανδημίας και της ακρίβειας.
Σύμφωνα με την ερώτηση, χιλιάδες αυτοαπασχολούμενοι και μικρομεσαίοι επαγγελματίες βρίσκονται σε καθεστώς εργασιακής και οικονομικής επισφάλειας, χωρίς επαρκές εισόδημα, χωρίς σύνταξη και χωρίς ρεαλιστική δυνατότητα αποπληρωμής των οφειλών τους, γεγονός που, όπως σημειώνει, θίγει τον κοινωνικό χαρακτήρα της ασφάλισης και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην κοινωνική προστασία.
Με βάση τα παραπάνω, ο Λαρισαίος βουλευτής ζητά από τους αρμόδιους υπουργούς να εξηγήσουν γιατί απορρίπτεται η επαναφορά των 120 δόσεων, ποια μέτρα προτίθενται να λάβουν για τη στήριξη της ρευστότητας και τη διατήρηση της ασφαλιστικής ικανότητας των επαγγελματιών, αν εξετάζεται περαιτέρω αύξηση του ορίου οφειλών για τη συνταξιοδότηση και αν προωθούνται ευνοϊκότεροι συμψηφισμοί ή ειδικές ρυθμίσεις για ευάλωτες ομάδες.
Όπως τονίζει, η σύνταξη δεν αποτελεί προνόμιο αλλά θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα, ενώ η επαναφορά των 120 δόσεων συνιστά πάγιο και τεκμηριωμένο αίτημα των παραγωγικών φορέων.



