Τρία χρόνια μετά τις καταστροφικές πλημμύρες του Σεπτεμβρίου του 2023, ο θεσσαλικός κάμπος εξακολουθεί να ζει με τις πληγές του Daniel.
Στον Παλαμά Καρδίτσας, εκεί όπου το νερό εισέβαλε στα σπίτια, κατέστρεψε περιουσίες, ξερίζωσε ανθρώπους από τα σπίτια τους και άλλαξε βίαια την καθημερινότητα μιας ολόκληρης περιοχής, η ζωή επιχειρεί να ξαναβρεί τον ρυθμό της. Όμως, η επιστροφή στην κανονικότητα παραμένει άνιση και ατελής.
Πίσω από τα σπίτια που επισκευάστηκαν, τις ζημιές που αποκαταστάθηκαν εν μέρει και τις προσπάθειες των κατοίκων να σταθούν ξανά στα πόδια τους, κρύβονται οικονομική ασφυξία, απώλειες που δεν αποτιμώνται σε χρήματα, ένα οικιστικό τοπίο που χάθηκε και, πάνω απ’ όλα, ο φόβος ότι μια νέα ακραία κακοκαιρία μπορεί να τους φέρει ξανά αντιμέτωπους με την ίδια καταστροφή.
Για τους κατοίκους του Παλαμά Καρδίτσας, της πόλης που η κακοκαιρία Daniel άφησε βαθιά πληγωμένη στο πέρασμά της, η ανασφάλεια και ο φόβος έχουν πλέον εδραιωθεί στην καθημερινότητά τους.
«Αν έχουμε ξανά τέτοιο φαινόμενο, πάλι θα πλημμυρίσουμε», λέει στο «Βήμα» ο Ηλίας Μπαρτζιώκας, κάτοικος του Παλαμά, ο οποίος διατηρεί ένα από τα ελάχιστα βιβλιοπωλεία που έχουν απομείνει στην περιοχή. Ένα μικρό καταφύγιο γνώσης, που εξακολουθεί να κρατά ζωντανή τη σχέση των κατοίκων με το βιβλίο, σε μια πόλη που προσπαθεί ακόμη να επουλώσει τις πληγές της.
Η ανησυχία του δεν είναι θεωρητική. Είναι η αγωνία ενός ανθρώπου που έζησε την καταστροφική δύναμη του νερού και εξακολουθεί να αμφιβάλλει για το κατά πόσο ο τόπος του είναι σήμερα προστατευμένος απέναντι σε ένα νέο ακραίο καιρικό φαινόμενο. Το σπίτι του βρέθηκε το Σεπτέμβριο του ’23 κάτω από ενάμιση μέτρο νερό, ενώ έξω η στάθμη έφτασε περίπου στο 1,80. Η ηλικιωμένη μητέρα του βρέθηκε, στην κυριολεξία, με το νερό μέχρι το σαγόνι. Για τρεις ημέρες οι άνθρωποι έμειναν με τα ίδια βρεγμένα ρούχα, φιλοξενούμενοι τελικά στο σπίτι συγγενικού τους προσώπου.
Σήμερα, ο Παλαμάς έχει σε μεγάλο βαθμό ξαναβρεί τους καθημερινούς του ρυθμούς. Όμως δεν έχει ξαναβρεί την παλιά του ζωή. Κάποιοι άνθρωποι έφυγαν και δεν επέστρεψαν, σπίτια κατέρρευσαν ή δεν αποκαταστάθηκαν ποτέ πλήρως, η αγροτική οικονομία εξακολουθεί να πιέζεται και πάνω από την περιοχή παραμένει η σκιά μιας νέας μεγάλης πλημμύρας.
Τους πρώτους μήνες μετά την καταστροφή, οικογένειες μετακινήθηκαν κυρίως προς την Καρδίτσα και τη Λάρισα, αλλά και προς τη Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα και την Αθήνα, όπου υπήρχαν συγγενείς ή παιδιά και εγγόνια που σπούδαζαν. Κάποιοι βρήκαν προσωρινό καταφύγιο σε δομές φιλοξενίας στο Μουζάκι και στην Καρδίτσα, ενώ άλλοι, όπως ο ίδιος ο κ. Μπαρτζιώκας και η μητέρα του, φιλοξενήθηκαν σε συγγενικά σπίτια στη Λάρισα.
Η επιστροφή, ωστόσο, δεν σήμαινε και αποκατάσταση. «Επιστρέψαμε σε ένα σπίτι που δεν είχε στεγνώσει», περιγράφει, αποτυπώνοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αναγκάστηκαν να ξαναρχίσουν τη ζωή τους πολλοί πλημμυροπαθείς. Τα ισόγεια σπίτια είχαν υποστεί τις μεγαλύτερες ζημιές και οι κάτοικοι βρέθηκαν να διαμένουν σε χώρους με υγρασία και σοβαρές φθορές, συχνά χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να αποκαταστήσουν άμεσα όσα είχαν καταστραφεί.
Απώλεια της αρχιτεκτονικής παράδοσης
Ανάμεσα στις απώλειες που δεν αποτυπώνονται εύκολα στους αριθμούς βρίσκεται και η αλλοίωση της φυσιογνωμίας του Παλαμά. Από τα περίπου 250 παλιά πλίθινα σπίτια που υπήρχαν στην περιοχή, ελάχιστα έχουν απομείνει. Πρόκειται για κατοικίες που αποτελούσαν μέρος της τοπικής αρχιτεκτονικής παράδοσης, είτε ως ισόγεια είτε ως διώροφα κτίσματα, και συνέθεταν μια χαρακτηριστική εικόνα του οικισμού.
Η καταστροφή τους δεν αφορά μόνο την απώλεια κτηρίων, αλλά και την εξαφάνιση ενός κομματιού της ιστορικής και πολιτιστικής ταυτότητας του τόπου. Μια αρχιτεκτονική που συνδεόταν με τον τρόπο ζωής των προηγούμενων γενεών χάθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά, αφήνοντας πίσω της ένα διαφορετικό οικιστικό τοπίο.
Η οικονομική ασφυξία
Εάν η εικόνα στα σπίτια παρουσιάζει σημάδια βελτίωσης, η οικονομική κατάσταση παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη. Η αγροτική παραγωγή, βασικός πυλώνας της τοπικής οικονομίας, έχει συρρικνωθεί. Παράλληλα, οι οικονομικές δυσκολίες που προϋπήρχαν της πλημμύρας, όπως οι τραπεζικές υποχρεώσεις και τα δάνεια, επιδεινώθηκαν σημαντικά μετά την καταστροφή.
Οι αρχικές ενισχύσεις, μεταξύ των οποίων και το επίδομα των 6.500 ευρώ που έλαβαν αρκετοί πληγέντες, προσέφεραν μια πρώτη ανακούφιση. Δεν κάλυψαν, όμως, το σύνολο των ζημιών, ενώ προβλήματα προέκυψαν και για όσους δεν είχαν την πληγείσα κατοικία στο όνομά τους.
Ακολούθησαν επιδοτήσεις και προγράμματα στήριξης, χωρίς να καταφέρουν να καλύψουν πλήρως τις ανάγκες. Πρόσθετη επιβάρυνση προκαλούν και οι καθυστερήσεις στις πληρωμές μέσω προγράμματος για την πρόσληψη εργαζομένων στον Παλαμά και στη Φαρκαδόνα. Σύμφωνα με τον κ. Μπαρτζιώκα οι μισθοί καταβάλλονται κανονικά από τους εργοδότες, ενώ οι σχετικές επιχορηγήσεις καθυστερούν για τέσσερις μήνες ή και περισσότερο.
Η Μεταμόρφωση που περιμένει τη μετεγκατάσταση
Χαρακτηριστική περίπτωση των συνεπειών που εξακολουθούν να καθορίζουν τη ζωή των κατοίκων είναι η Μεταμόρφωση, η περιοχή που έχει πλημμυρίσει τρεις φορές, με πιο πρόσφατη καταστροφή εκείνη του 2023 και προηγούμενη μεγάλη πλημμύρα το 1994.
Οι κάτοικοι αποφάσισαν να μετεγκατασταθούν στον Παλαμά, σε σημείο με μεγαλύτερο υψόμετρο, το οποίο δεν πλημμύρισε το 2023. Ωστόσο, το σχετικό πρόγραμμα παραμένει σε εξέλιξη, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης.
Για τους ανθρώπους αυτούς, η αναμονή δεν είναι απλώς διοικητική εκκρεμότητα. Είναι η αναμονή για ένα ασφαλές σπίτι, για μια νέα αρχή και για την απομάκρυνση του φόβου ότι η επόμενη πλημμύρα μπορεί να τους βρει ξανά απροστάτευτους.
Παρά τη δύσκολη πραγματικότητα, η αισιοδοξία δεν έχει χαθεί. Οι κάτοικοι που παρέμειναν στον Παλαμά εξακολουθούν να προσπαθούν, να επισκευάζουν τα σπίτια τους, να στηρίζουν τις οικογένειές τους και να κρατούν ζωντανή την κοινότητά τους. Ωστόσο, η φυγή ανθρώπων, η συρρίκνωση της αγροτικής παραγωγής, οι οικονομικές δυσκολίες και η αβεβαιότητα για την ασφάλεια της περιοχής δημιουργούν ένα διαρκές πρόβλημα για το μέλλον της.
«Η κατάσταση δε είναι καλή, αλλά δεν μας λείπει η αισιοδοξία. Αγαπάμε τον τόπο μας και θέλουμε να μείνουμε εδώ. Ωστόσο, οι διαρροές είναι πολλές», σημειώνει ο Ηλίας Μπαρτζιώκας.
Τρία χρόνια μετά τον Daniel, το ερώτημα για τον Παλαμά και συνολικά για τη Θεσσαλία δεν είναι μόνο πόσα σπίτια επισκευάστηκαν ή πόσες αποζημιώσεις καταβλήθηκαν. Είναι αν οι άνθρωποι που έμειναν πίσω μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς, αν οι νέοι θα επιλέξουν να παραμείνουν στον τόπο τους και αν η Πολιτεία θα διασφαλίσει ότι μια νέα καταστροφή δεν θα τους βρει ξανά αντιμέτωπους με τις ίδιες συνθήκες.




