Ο τέταρτος μεγαλύτερος «προμηθευτής» εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου στη Γαλλία ήταν η Ελλάδα το 2025, με μερίδιο 2,13% στην αξία των εισαγωγών και 1,59% στην ποσότητα. Μάλιστα, η αξία των ελληνικών εξαγωγών εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου προς τη Γαλλία ανήλθε το 2025 σε 9,79 εκατ. ευρώ, έναντι περίπου 356.000 ευρώ για την αντίστοιχη, χωριστά καταγεγραμμένη, ροή γαλλικών εξαγωγών προς την Ελλάδα, η οποία αντιστοιχούσε σε 17,48 τόνους.
Σύμφωνα με την έκθεση, το διμερές εμπόριο ελαιολάδου εμφανίζει σημαντικό πλεόνασμα υπέρ της Ελλάδας. Ωστόσο, παρά το πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο, το ελληνικό ελαιόλαδο εξακολουθεί να κατέχει περιορισμένο μερίδιο στη γαλλική αγορά σε σύγκριση με τους βασικούς ανταγωνιστές του.
Σημειώνεται πως η μέση δηλωθείσα αξία του ελληνικού προϊόντος διαμορφώθηκε σε 7,24 ευρώ ανά κιλό, έναντι 5,39 ευρώ για το σύνολο των εισαγωγών της συγκεκριμένης κατηγορίας, «γεγονός που επιβεβαιώνει την τοποθέτηση της χώρας μας σε ανώτερες ποιοτικές ζώνες», όπως αναφέρεται στη νέα μελέτη του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι.
Το 2025, οι εισαγόμενες ποσότητες εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου στη Γαλλία – από την Ελλάδα – ανήλθαν σε 1.351,6 τόνους, σημειώνοντας αύξηση κατά 3,1% σε σύγκριση με το 2024. Αντίθετα, η αξία των εξαγωγών υποχώρησε κατά 22,8%, στα 9,79 εκατ. ευρώ.
Παρά την υποχώρηση, η μέση δηλωθείσα αξία του ελληνικού εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου παρέμεινε υψηλότερη από τον μέσο όρο των εισαγωγών της συγκεκριμένης κατηγορίας στη Γαλλία.
Επώνυμα προϊόντα και πιστοποιήσεις
Tην ανάγκη χάραξης στοχευμένης στρατηγικής, με συστηματικότερη προώθηση επώνυμων προϊόντων στη μεγάλη διανομή και στο ηλεκτρονικό εμπόριο, επισημαίνει η έκθεση, για να επιτευχθεί περαιτέρω διείσδυση του ελληνικού ελαιολάδου στη γαλλική αγορά.
Μεταξύ των κατευθύνσεων που προτείνονται περιλαμβάνονται η αξιοποίηση των πιστοποιήσεων Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) και Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ), η ανάδειξη της βιολογικής παραγωγής και των ελληνικών ποικιλιών, καθώς και η ανάπτυξη συνεργασιών με εξειδικευμένους εισαγωγείς, καταστήματα delicatessen και δίκτυα υψηλής εστίασης.
Η έκθεση υπογραμμίζει, παράλληλα, τη σημασία της διαφοροποίησης και της ανάδειξης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ελληνικού προϊόντος, σε μια αγορά όπου η ισχυρή παρουσία των βασικών προμηθευτών και ο ανταγωνισμός στις τιμές διαμορφώνουν τις συνθήκες διάθεσης.




