Χάθηκαν 10.300 χέρια από τη θεσσαλική γη – Αφήνουν τον κάμπο και πιάνουν… δουλειά γραφείου

Ερευνα του Πανεπιστημίου Αιγαίου επιβεβαιώνει το δυσμενές σενάριο για τις επιπτώσεις του Daniel

 

Απώλεια 10.300 εργατικών χεριών από τη θεσσαλική γη, την περίοδο 2023 – 2025, καταγράφει μελέτη του Εργαστηρίου Γεωγραφίας της Εργασίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, η οποία έρχεται να επιβεβαιώσει τα δυσμενέστερα σενάρια για τις επιπτώσεις του Daniel στην περιοχή της Θεσσαλίας και να χτυπήσει καμπανάκι για την τριτογενοποίηση της περιφέρειας.

 

«Αγρότες και κτηνοτρόφοι εγκαταλείπουν με πόνο τη γη τους και πιάνουν δουλειά γραφείου», παρατηρεί μιλώντας στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ η μεταπτυχιακή ερευνήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου Αννα Σαρούκου, περιγράφοντας μια αναπόφευκτη, όπως τη χαρακτηρίζει στροφή από τον πρωτογενή προς τον τριτογενή τομέα, ο οποίος δεν είναι τόσο ευάλωτος απέναντι σε περιβαλλοντικές κρίσεις.

 

Οι επιπτώσεις των κακοκαιριών Daniel και Elias στην αγορά εργασίας της περιφέρειας Θεσσαλίας. Επανεξετάζοντας τις τάσεις στην απασχόληση τρία χρόνια μετά» είναι το θέμα της μελέτης που υπογράφουν οι μεταπτυχιακοί ερευνητές του Εργαστηρίου ΓεωΓΡαφίας της Εργασίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, κ.κ. Αννα Σαρούκου και Δημήτρης Ψαρολόγος, οι οποίοι εξέτασαν τις πραγματικές επιπτώσεις στην απασχόληση στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα, δηλαδή στην αγροτική παραγωγή – κτηνοτροφία και στη μεταποίηση, ως προς τις εκτιμήσεις και προβλέψεις που είχε κάνει η ίδια ομάδα τον Οκτώβριο του 2023, σχετικά με τις προβλεπόμενες περιφερειακές μεταβολές της απασχόλησης και τις επιπτώσεις των κακοκαιριών Daniel και Elias στην αγορά εργασίας της Θεσσαλίας. Η ανάλυση βασίστηκε στα πιο πρόσφατα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού που δημοσίευσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑ).

 

Σύμφωνα με όσα καταγράφει η έρευνα που έγινε από το εργαστήριο με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Στέλιο Γκιάνη, το 2025 η Θεσσαλία παρέμεινε κατά 30.000 εργαζόμενους κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα, γεγονός που την καθιστά μία από τις περιφέρειες με τις χαμηλότερες επιδόσεις στη χώρα, μαζί με τη Δυτική Μακεδονία, παρά τα σημάδια ανάκαμψης από τη βαθιά ύφεση που ξεκίνησε το 2008 – 2009. Συγκεκριμένα, ανά 100 θέσεις εργασίας που υπήρχαν πριν από την κρίση, είχαν ανακτηθεί μόλις οι 90 μέχρι το 2025.

Το 2023 η περιφέρεια κατείχε την τρίτη θέση πανελλαδικά ως προς τον αριθμό των απασχολουμένων (250.300 εργαζόμενοι), μετά την Αττική και την Κεντρική Μακεδονία, ωστόσο το 2025, είχε υποχωρήσει στην τέταρτη θέση της κατάταξης.

Στη Θεσσαλία το 14% της συνολικής γεωργικής ΑΠΑ

Παράγοντας το 5,1% του ΑΕΠ (Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος) της Ελλάδας (11,418 δισ. ευρώ), η περιφέρεια συνέβαλλε σημαντικά στους κλάδους της γεωργίας και της μεταποίησης, όπου εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων περιφερειών της χώρας. Συγκεκριμένα, η περιφέρεια παράγει σχεδόν το 14% της συνολικής γεωργικής ΑΠΑ (Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας) και το 6,5% της βιομηχανικής ΑΠΑ της Ελλάδας.

«Τα παραπάνω αναδεικνύουν τη σημασία της Θεσσαλίας ως αγροτο-βιομηχανικού κόμβου. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού της απασχολείται στο εμπόριο και στον δημόσιο τομέα, ενώ η μεγαλύτερη αύξηση της απασχόλησης κατά την περίοδο 2008 – 2025 καταγράφηκε στους κλάδους της δημόσιας διοίκησης, της εκπαίδευσης και των υπηρεσιών υγείας (+2,19%). Παρά ταύτα, το 2025 διατηρήθηκε μια σχετική ισορροπία μεταξύ της γεωργίας και της μεταποίησης (27,6% της συνολικής απασχόλησης) αφενός και της δημόσιας διοίκησης, της εκπαίδευσης και της υγειονομικής περίθαλψης (25,5%) αφετέρου.

Συνολικά, η κλαδική διάρθρωση της οικονομίας της Θεσσαλίας μπορεί να θεωρηθεί σχετικά ισορροπημένη, συγκριτικά με άλλες περιφέρειες της χώρας, οι οποίες εμφανίζονται ευάλωτες σε διάφορες μορφές κρίσεων, όπως οι υγειονομικές, οι οικονομικές ή οι γεωπολιτικές», αναφέρεται στη μελέτη.

Στο πλαίσιο αυτό, ήταν σημαντική η εξέταση των επιπτώσεων που είχαν οι πλημμύρες του 2023 τόσο στη γεωργία όσο και στη μεταποίηση.

Στην έρευνα αποτυπώνονται οι μεταβολές στον αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα. Όπως αποκαλύπτεται το 2025 η απασχόληση ξεπέρασε ελαφρώς τους 40.000 (απόρροια της απότομης αύξησής τους το 2023), παρότι ο κλάδος ακολούθησε μια μακροπρόθεσμη πτωτική τάση από τις αρχές του 2010. Η μεταποίηση ακολούθησε διαφορετική πορεία, παρουσιάζοντας ανάκαμψη από το 2023 (25.248 εργαζόμενοι) έως το 2025 (31.851 εργαζόμενοι).

«Αυτό μας προκάλεσε εντύπωση, καθώς η μεταποίηση σχετίζεται με τον πρωτογενή τομέα. Για παράδειγμα μία επιχείρηση συσκευασίας γάλακτος έχει άμεση σχέση με την παραγωγή γάλακτος, δηλαδή τον κτηνοτροφικό τομέα», σχολιάζει η κ. Σαρούκου εξηγώντας ότι στη Θεσσαλία ο κλάδος της μεταποίησης δεν είναι τόσο έντονα συνδεδεμένος με τον πρωτογενή τομέα και στο πλαίσιο αυτό ξέφυγε από όλα τα δυσμενή σενάρια.

Επιβεβαιώνεται το χειρότερο σενάριο στον αγροτικό τομέα

Η ερευνητική ομάδα στα τέλη του 2023 είχε παρουσιάσει τρία εναλλακτικά σενάρια πρόβλεψης, σύμφωνα με τα οποία οι απώλειες θέσεων εργασίας στους δύο κλάδους έως το 2025 θα κυμαίνονταν από 5.900 έως 17.700. Οι προβλέψεις θεώρησαν τη γεωργία ως βασικό αναπτυξιακό μοχλό της περιφερειακής οικονομίας, επηρεάζοντας θετικά την απασχόληση στη μεταποίηση κατά τις περιόδους ανάπτυξης και αρνητικά κατά τις περιόδους ύφεσης.

Τα σενάρια πρόβλεψης απώλειας θέσεων εργασίας και οι πραγματικές απώλειες στους κλάδους της Γεωργίας – Κτηνοτροφίας και της Μεταποίησης, Θεσσαλία την περίοδο 2023 – 2025

«Έπειτα από τρία χρόνια και μετά την εφαρμογή μιας σειράς μέτρων στήριξης από το Υπουργείο Εργασίας, το Ταμείο Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από άλλους μηχανισμούς, οι επιπτώσεις των πλημμυρών εξακολουθούν να είναι εμφανείς στη γεωργική παραγωγή, στις εγκαταστάσεις της μεταποίησης, αλλά και στην ευρύτερη περιφερειακή απασχόληση, με την συνολική απασχόληση στους δύο κλάδους για το 2025 να παραμένει σε χαμηλότερα επίπεδα από εκείνα του 2023, ιδιαίτερα στον πρωτογενή τομέα», αποτυπώνεται στην έρευνα.

Σύμφωνα με τα πραγματικά πλέον δεδομένα αποκαλύπτεται ότι οι απώλειες στη γεωργία επιβεβαίωσαν το δυσμενές σενάριο της ερευνητικής ομάδας. Σύμφωνα με το ήπιο σενάριο ο πρωτογενής τομέας θα είχε απώλεια θέσεων εργασίας εξαιτίας των πλημμυρών 3.800 εργαζόμενους (το 10% δλδ του εργατικού δυναμικού), το μέσο σενάριο προέβλεπε απώλεια 7.600 θέσεων (20%) και το δυσμενές απώλεια 11.400 θέσεων (30%). «Τα πραγματικά στοιχεία προσέγγισαν σε μεγάλο βαθμό το δυσμενές σενάριο που είχαμε παρουσιάσει. Αντίθετα, η μεταποίηση ανέκαμψε γρήγορα καταγράφοντας τελικά αύξηση κατά 6.600 εργαζομένους», παρατηρεί η κ. Σαρούκου.

Συγκεκριμένα στη γεωργία – κτηνοτροφία η απώλεια εργατικών χεριών είναι 10.300 «χέρια». Αντίθετα οι εκτιμήσεις για τη μεταποίηση καταρρίφθηκαν. Ενώ τα τρία σενάρια, ήπιο, μεσαίο και δυσμενές, προέβλεπαν απώλειες 2.100, 4.100 και 6.300 θέσεων αντίστοιχα, ανατράπηκαν με αύξηση των θέσεων κατά 6.600 εργαζόμενους.

Αδυναμία εφαρμογής μέτρων στήριξης

Τα αποτελέσματα αυτά οδηγούν σε δύο βασικά συμπεράσματα όπως καταγράφονται στην έρευνα: Πρώτον, η έκταση των καταστροφών και οι αδυναμίες εφαρμογής των μέτρων στήριξης επηρέασαν σημαντικά και με τον πλέον δυσμενή τρόπο τη γεωργική παραγωγή και τις οικονομίες κλίμακας που είχαν αναπτυχθεί γύρω από αυτήν. Δεύτερον, η μεταποίηση της Θεσσαλίας επέδειξε έναν προσαρμοστικό τύπο ανθεκτικότητας και ανάκαμψης μετά το 2023, κάτι που πιθανά οφείλεται στη χρήση εισαγόμενων πρώτων υλών και εισροών αντί των τοπικών και στην ύπαρξη μεταποιητικών εγκαταστάσεων που δεν συνδέονται άμεσα με την αγροτο-διατροφική αλυσίδα και, επομένως, δεν επηρεάζεται από αυτήν.

Κατά τη μεταπλημμυρική περίοδο αναδείχθηκαν και πρόσθετες προκλήσεις, καθώς σύμφωνα με σχετικές αναφορές, ορισμένοι δικαιούχοι κρατικών προγραμμάτων αποζημίωσης κλήθηκαν να επιστρέψουν την οικονομική ενίσχυση που είχαν λάβει, καθώς δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσουν επαρκώς τις απώλειες και τις ζημιές τους.

Την ίδια στιγμή, πολλοί παραγωγοί ανέμεναν πρόσθετες ενισχύσεις μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι οποίες, ωστόσο, λόγω προβλημάτων, αδιαφάνειας και καθυστερήσεων στη διαχείριση των σχετικών πόρων, δεν καταβλήθηκαν στον αναμενόμενο βαθμό.

Παράλληλα, το αυξανόμενο κόστος παραγωγής, οι χαμηλές τιμές των προϊόντων και οι καθυστερήσεις στην εκταμίευση ευρωπαϊκών πόρων επιβάρυναν περαιτέρω τους αγρότες, όπως αναδείχθηκε από τις πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις.

Επιτακτική η στήριξη της Θεσσαλίας

«Συνολικά, καθίσταται σαφές ότι μια φυσική καταστροφή, όταν συνδυάζεται με ανεπαρκείς ή καθυστερημένες παρεμβάσεις πολιτικής, μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνιες συνέπειες που υπερβαίνουν κατά πολύ τις άμεσες υλικές και οικονομικές ζημιές», τονίζει η κ. Σαρούκου, υπογραμμίζοντας ότι τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι είναι «επιτακτική η ανάγκη υιοθέτησης πολιτικών που θα διασφαλίσουν τη μακροπρόθεσμη ανάκαμψη της Θεσσαλίας και τη βιωσιμότητα των βασικών παραγωγικών της τομέων».

Πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην ταχεία και αποτελεσματική καταβολή αποζημιώσεων και ενισχύσεων, σε συνδυασμό με επενδύσεις σε γεωργικές και μεταποιητικές υποδομές, που θα καθίσταται ανθεκτικές στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Παράλληλα, απαιτούνται στοχευμένες παρεμβάσεις για την προσέλκυση και διατήρηση εργαζομένων στους δύο κλάδους, μέσω της δημιουργίας σταθερών θέσεων εργασίας, της βελτίωσης των συνθηκών απασχόλησης και της στήριξης της επιχειρηματικής ανάπτυξης.

Τέλος, η ενίσχυση των διασυνδέσεων μεταξύ πρωτογενούς παραγωγής και τοπικής μεταποίησης μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της απασχόλησης, στην αύξηση της παραγωγικότητας, και κατά συνέπεια στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας της περιφερειακής οικονομίας απέναντι σε διαδοχικές και πολύμορφες κρίσεις.

 Πηγή:taxydromos.gr/ ΕΛΕΝΗ ΧΑΝΟΥ

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ