Συνέντευξη στη Μαρία Κορώνα
Ο ηθοποιός Χάρης Φλέουρας, είναι το «φάντασμα» που το τελευταίο διάστημα έχει «στοιχειώσει» τις ζωές μας, καθώς υποδύεται το ρόλο του «Ταγματάρχη», στην τηλεοπτική σειρά του Star Channel «Τα Φαντάσματα». Πρόκειται για μία διασκευή της πολύ επιτυχημένης βρετανικής σειράς «Ghosts» του BBC, που ήρθε στην Ελλάδα σημειώνοντας αντίστοιχα μεγάλη επιτυχία.

Γέννημα θρέμμα Λαρισαίος, έχει καταφέρει να διαγράψει μία σημαντική και συνεχόμενα ανοδική πορεία στο χώρο του θεάτρου και προσφάτως στο χώρο της τηλεόρασης, όπου το ντεμπούτο του ως «φάντασμα» ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς.
Με την υποκριτική του άνεση κατόρθωσε να είναι άκρως απολαυστικός στο ρόλο του Ταγματάρχη Αθανάσιου Καρκαλέντζου, ενός από τα εννέα ζαβολιάρικα «φαντάσματα», που προωθούν την πλοκή της σειράς, αλλά και η απόλυτη ενσάρκωση του Ντίνου Χριστιανόπουλου, στην ομώνυμη θεατρική παράσταση υπό μορφή συνέντευξης «Ντίνος Χριστιανόπουλος – Το Tαγκαλάκι».
Η υφολογική απόδοση του συγκεκριμένου ρόλου θα μπορούσαμε να πούμε πως ήταν κάτι παραπάνω από πειστική και σε τέτοιο βαθμό, που ήταν λες και επετεύχθη η μετενσάρκωση του γνωστού ποιητή επί σκηνής. Τελικά ο Χάρης Φλέουρας και το μεταφυσικό στοιχείο -έστω και συμπτωματικά- αυτή την περίοδο, φαίνεται πως πάνε μαζί σε ερμηνείες που μένουν ανεξίτηλες στο κοινό.

Ως ηθοποιός θεωρείται από τους “εργάτες” του θεάτρου με το βιογραφικό του να αριθμεί συνεργασίες με θεατρικές σκηνές των Αθηνών, ενώ σημαντικός “σταθμός” στην επαγγελματική του πορεία υπήρξε και το πέρασμα του από το Θεσσαλικό Θέατρο. Ταυτόχρονα, μαθήτευσε δίπλα σε σπουδαίους στο είδος τους, όπως ο δικός μας Κώστας Τσιάνος και η χάρη του (όπως και το όνομα του), έφτασε μέχρι την Ιταλία, όπου παρακολούθησε σεμινάρια υποκριτικής δίπλα στους Ντάριο Φο (Dario Fo) και Φράνκα Ράμε (Franca Rame).
Ανήσυχος ως «φάντασμα», ανήσυχος και στην πραγματική του ζωή, φαίνεται πως επιζητά διαρκώς την προσωπική του εξέλιξη επιβεβαιώνοντας το λαϊκό ρητό που λέει πως «πέτρα που κυλά ποτέ δεν χορταριάζει», γεγονός που μας κάνει να περιμένουμε από εκείνον αντίστοιχες καλλιτεχνικές εκπλήξεις και στο μέλλον.
Εμείς αυτό το «φάντασμα» δεν το φοβηθήκαμε τουναντίον αποφασίσαμε να το φέρουμε κοντά μας. Aκολουθεί, λοιπόν, συνέντευξη μαζί του για το thelarissapaper.gr και με απώτερο σκοπό να το γνωρίσουμε λίγο καλύτερα.
Πρωταγωνιστείς σε μία από τις πιο επιτυχημένες σειρές της ελληνικής τηλεόρασης για φέτος, «Τα Φαντάσματα». Κάθε «φάντασμα» προέρχεται από διαφορετική ιστορική εποχή και κοινωνική τάξη. Θα ήθελες να μας συστήσεις το ρόλο σου και να μας πεις τι απολαμβάνεις περισσότερο μέσα απ’ αυτόν;
Ενσαρκώνω τον Ταγματάρχη Αθανάσιο Καρκαλέντζο, αξιωματικό του ελληνικού στρατού, την περίοδο του Β´ Παγκοσμίου πολέμου. Ένας υπέροχος ρόλος που απολαμβάνω κάθε στιγμή του, γιατί με βάζει στη διαδικασία να αναρωτιέμαι για τα όρια μεταξύ αγάπης και καθήκοντος.

Πρόκειται για μία σειρά που βασίζεται σε βρετανικό φορμάτ γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία διεθνώς. Δεδομένου ότι η ελληνική κοινωνία έχει τις δικές της ιδιομορφίες, τι πιστεύεις ότι είναι αυτό που συνέβαλε στο να γίνει η σειρά το ίδιο αγαπητή και στην Ελλάδα;
Ξεκάθαρα η πένα του Λευτέρη Παπαπέτρου! Πήραμε στα χέρια μας ελληνικούς χαρακτήρες, πρόσωπα δηλαδή με ελληνικά χαρακτηριστικά, συμπεριφορές και νοοτροπία.
Εσύ ως άνθρωπος πιστεύεις στο μεταφυσικό στοιχείο ή ακολουθείς μια πιο ορθολογιστική προσέγγιση περί ζωής;
Πιστεύω σε ενέργειες! Μάλλον στο αποτύπωμα που μπορεί να αφήσει μια ενέργεια. Τώρα αν αυτό είναι μεταφυσικό, δεν είμαι και ο κατάλληλος άνθρωπος να το απαντήσω.
Εκτός από την τηλεόραση, γνωρίζουμε τη μακροχρόνια ενασχόληση σου με τα θεατρικά δρώμενα. Στο θέατρο σε είδαμε να ενσαρκώνεις τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, σε σημείο που μας έκανες να πιστέψουμε ότι έχουμε μπροστά μας τον «ίδιο». Πως κατάφερες να προσεγγίσεις την πολύπλοκη προσωπικότητα του σε τόσο μεγάλο βαθμό;
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος είναι μια προσωπικότητα που αγάπησα βαθιά. Από το πρώτο ανάγνωσμα του κειμένου ένιωσα οικειότητα με το πρόσωπο αυτό. Όσον αφορά την προσέγγιση του, τον δούλεψα ως θεατρικό ρόλο χωρίς να έχω στο μυαλό μου ότι πρόκειται για πραγματικό πρόσωπο.

Από τη μία στα «Φαντάσματα» υποδύεσαι τον ήρωα Ταγματάρχη Αθανάσιο Καρκαλέντζο, ο οποίος είναι ένα φανταστικό πρόσωπο και από την άλλη τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, που ήταν μία υπαρκτή προσωπικότητα. Προτιμάς περισσότερο τους μυθοπλαστικούς ή τους υπαρκτούς χαρακτήρες;
Ο τρόπος προσέγγισης όπως προανέφερα είναι ο ίδιος. Η δυσκολία όταν ενσαρκώνεις ένα πραγματικό πρόσωπο είναι στη σύγκριση που θα κάνει το κοινό. Για την εμφάνιση, την ομιλία, τις εκφράσεις κ.α. Το στοίχημα για το αν θα το πετύχεις είναι πολύ γοητευτικό. Από την άλλη όταν ενσαρκώνεις ένα πρόσωπο μυθοπλασίας είσαι απόλυτα υπεύθυνος, ως ηθοποιός, για το πώς θα πλάσεις και θα διαμορφώσεις αυτόν τον χαρακτήρα και είναι μια υπέροχη «γέννα» η όλη διαδικασία. Οπότε δεν μπορώ να διαλέξω…
Αν σου δινόταν η δυνατότητα να υποδυθείς τον εαυτό σου ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που θα τόνιζες περισσότερο;
Την μύτη μου! Αστειεύομαι φυσικά δεν χρειάζεται να την τονίσω, τα καταφέρνει και μόνη της. Σοβαρά τώρα, δεν μπορώ να ξέρω ποια χαρακτηριστικά μου να τονίσω εάν δεν ξέρω το περιεχόμενο στο οποίο πρέπει να δράσω. Με λίγα λόγια θα πρέπει να ξέρω τη συνθήκη, μέσα στην οποία θα πρέπει να δράσω για να τόνιζα τα ανάλογα στοιχεία.
Συνεργασία με Κώστα Τσιάνο, Σταμάτη Κραουνάκη, σεμινάρια με Ντάριο Φο και Φράνκα Ράμε. Πως σε διαμόρφωσαν αυτές οι εμπειρίες ως καλλιτεχνική οντότητα;
Προφανώς με διαμόρφωσαν ως προσωπικότητα και με έφεραν καλλιτεχνικά σε αυτό που είμαι σήμερα. Να νιώθω αυτοπεποίθηση, να χαίρομαι και να λαχταράω, να μαθαίνω συνέχεια καινούργια πράγματα.
Ποιο ήταν εκείνο το χαρακτηριστικό ερέθισμα που σε ώθησε να ασχοληθείς με την υποκριτική;
Η τεράστια ελευθερία που έχεις όταν κινείσαι σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο.
Από τη Λάρισα στην Αθήνα. Σε αυτή τη «διαδρομή ζωής» ποιοι ήταν εκείνοι οι «σταθμοί» που σε καθόρισαν ως ηθοποιό, αλλά και ως προσωπικότητα;
Σταθμοί για μένα είναι οι συναντήσεις μου με σπουδαίους καλλιτέχνες, υπέροχους δασκάλους και φίλους/συνεργάτες που με εκτιμούν ως καλλιτέχνη και άνθρωπο.
Ποιοι είναι οι δεσμοί σου με τη Λάρισα κι αν η κουλτούρα της πόλης αποτελεί πηγή έμπνευσης για εσένα;
Καταρχάς είναι η γενέτειρα μου, οπότε καταλαβαίνετε πως οι δεσμοί μου με την πόλη είναι πολύ ισχυροί. Οι γονείς μου ζουν στην Λάρισα και ως μαθητής έκανα και τα πρώτα μου θεατρικά βήματα. Εξακολουθώ να έχω δεσμούς με τις θεατρικές δραστηριότητες της πόλης εφόσον έχω συνεργαστεί αρκετές φορές με το Θεσσαλικό Θέατρο και κυρίως με έναν από τους ιδρυτές του και θεατρικό μου πατέρα Κώστα Τσιάνο. Επειδή βέβαια εδώ και πολλά χρόνια ζω στην Αθήνα, δεν έχω άμεση, καθημερινή τριβή με την κουλτούρα της πόλης, οπότε δεν μπορεί να αποτελεί πηγή έμπνευσης για μένα.
Μαθαίνουμε ότι «μαγειρεύεις» και κάτι άλλο αυτό το διάστημα καθώς πρωταγωνιστείς στη θεατρική παράσταση, «Ταξίδι γύρω από τη χύτρα μου». Τι πρέπει να γνωρίζουμε για το συγκεκριμένο θεατρικό έργο καθώς και για τον ρόλο σου σε αυτό;
Το «Ταξίδι γύρω από τη χύτρα μου» είναι μια φάρσα του 1859 που μοιάζει απροσδόκητα σύγχρονη. Μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο υπαινιγμούς, βλέμματα και απρόβλεπτες καταστάσεις, η κουζίνα μετατρέπεται σε σκηνή παρεξηγήσεων, ρομαντικών ανατροπών και κωμικών συγκρούσεων, αποκαλύπτοντας πως τίποτα δεν μένει κρυφό όταν οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με τον εαυτό τους. Όσο για τον ρόλο μου, τον Αλζεαντόρ ντυ Λουαρέ κινείται ανάμεσα στη μοναξιά, την επιθυμία και την αμηχανία. Με τη σύζυγό του εκτός σπιτιού και τη μαγείρισσα Ευτυχία διαρκώς παρούσα, οι ισορροπίες δοκιμάζονται και τα όρια ανάμεσα στο καθήκον και την επιθυμία αρχίζουν να θολώνουν.


Ποια είναι τα σχέδια σου για το μέλλον και ποιες επιθυμίες σου θα ήθελες να υλοποιηθούν;
Ξεκινάμε γυρίσματα για το β´ κύκλο των «Φαντασμάτων», συνεχίζω να διδάσκω στη Σχολή Βεάκη και αρχές καλοκαιριού ξεκινάμε πρόβες για τον Βυσσινόκηπο του Τσέχωφ σε σκηνοθεσία Σοφίας Σπυράτου. Θα επιθυμούσα αν τα καταφέρω να πάω ένα ταξίδι για αρκετές ημέρες στο εξωτερικό.



