Το 2006 που κυκλοφόρησε ο δίσκος του Διάφανος, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου έγραφε σε αυτόν, μεταξύ πολλών άλλων σπουδαίων στίχων, και έναν στίχο για τα Τέμπη που τραγούδησε ο Σωκράτης Μάλαμας, που από προχθές έχει γίνει το σύμβολο μιας αβάσταχτης εθνικής τραγωδίας.
Είναι το σημείο όπου έχει χυθεί αίμα ψυχών. Νέων, ηλικιωμένων, καμία σημασία δεν έχει. Πρώτα το δυστύχημα με τους φιλάθλους του ΠΑΟΚ. Μετά η σχολική εκδρομή που κατέληξε σε τραγωδία εξαιτίας μιας νταλίκας-λαιμητόμου. Και πριν ένα χρόνο, η σύγκρουση δύο τρένων που στέρησε τη ζωή σε 57 ανθρώπους.
Από τα τρία αυτά θλιβερά γεγονότα, το τελευταίο είναι το μόνο που αφορά σε τρένο. Ένα «Πάμε κι όπου βγει», λέγεται πως είπαν δύο υπάλληλοι του ενός εκ των δύο μοιραίων τρένων, του επιβατικού.
Σαν να υπήρχε μια αίσθηση ανησυχίας, ενός δυνητικού τρόμου, ενός μεταφυσικού τέρατος στον ορίζοντα που το νιώθει η αύρα σου, η ψυχή σου, αλλά το αγνοεί γιατί το ένστικτο δεν είναι μετρήσιμο, δεν είναι απόλυτο.
«Κι όποτε παι- όπως τα λέω – κι όποτε παίρνει ανάποδες γέρνει και πέφτει στις γραμμές/Πιάνει το τρε – όπως τα λέω – πιάνει το τρένο απο τ’ αυτί “Μην την περνάς τη Γευγελή”».
Τα τραγούδια γράφονται και εκφράζουν τις σημειολογίες των δημιουργών τους, είτε έχουν επηρεαστεί από κάποια γεγονότα είτε από συναισθήματα. Είτε, ακόμα, κι από την φαντασία του δημιουργού, μιας και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου φτιάχνει μελωδικές ιστορίες μιας παράλληλης διάστασης, που ενώνουν το δημοτικό με το παραμυθικό στοιχείο.
Κάθε μορφή τέχνης, πολλώ δε η μουσική, κάνει ταξίδι στον χρόνο και δεν έχει ποτέ θάνατο. Είναι μια ημιευθεία. Γεννιέται μόνο. Και σε αυτή την πορεία, οι καιροί την ανακατευθύνουν ή την εκτροχιάζουν.
Προφητικό ή όχι, θα είναι το μόνο εργαλείο της ψυχής για να απαλύνει κάπως την οδύνη και μια προσπάθεια να τιμήσει τους νεκρούς, συντηρώντας τη στιγμή της απώλειας τους μέσα από αυτόν τον στίχο!
Έτσι ήταν πάντοτε η πορεία της ανθρωπότητας. Περιείχε την ανάγκη των ανθρώπων να μετατρέψουν τον θάνατο, το αβάσταχτο του τέλους, ειδικά του πρώιμου, σε μια ευκαιρία εξύμνησης των νεκρών μας κι όχι σε μια παράδοση στη δίνη της ψυχικής βασάνου…
Μες την κοιλά όπως τα λέω μες την κοιλάδα των Τεμπών
Φόβος των μηχανοδηγών
Είναι ένας γέρο όπως τα λέω είναι ένας γέρο πλάτανος
μαγκούφης και παράφορος
Που πίνει από όπως τα λέω που πίνει απ’ το θολό νερό
του ποταμού το ιερό
Πίνει κι απλώ, όπως τα λέω, πίνει κι απλώνει ρίζωμα
βαθιά μέσα στα ανείπωτα
Κι όποτε παά όπως τα λέω κι όποτε παίρνει ανάποδες
γέρνει και πέφτει στις γραμμές
Πιάνει το τρέ όπως τα λέω πιάνει το τρένο από τ’ αυτί
«Μην την περνάς τη Γευγελή»
Μένα μου το, όπως τα λέω, μένα μου το ‘πε ο Πηνειός
το μυστικό ο φλύαρος
Πως ήταν α όπως τα λέω πως ήταν άνθρωπος παλιά
κι είχε παιδιά στην ξενιτιά


