Σε ετοιμότητα τίθενται οι υγειονομικές αρχές της χώρας μας, στον απόηχο της επιδημικής έξαρσης της ιλαράς στην Ευρώπη. Η ενίσχυση της εμβολιαστικής κάλυψης σε παιδιά και ενήλικες που δεν έχουν πραγματοποιήσει τη 2η δόση, η θωράκιση ευάλωτων πληθυσμών και η εκπαίδευση του νεότερου υγειονομικού προσωπικού προκειμένου να αναγνωρίζει την κλινική εικόνα της ιλαράς, βρίσκονται στο επίκεντρο της στρατηγικής του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ).
Η… χαλαρότητα στον εμβολιασμό είναι αυτή που φέρνει αύξηση των κρουσμάτων ιλαράς. Στην Ελλάδα, τα ακριβή ποσοστά εμβολιαστικής κάλυψης δεν είναι γνωστά και αυτό καθώς δεν ενημερώνεται το μητρώο εμβολιασμού των παιδιών που έχει τεθεί σε εφαρμογή – οι παιδίατροι αντιμετωπίζουν δυσκολίες καθώς πρόκειται για μια χρονοβόρο διαδικασία, όπως λένε. Ο ΕΟΔΥ, προκειμένου να ορίσει τον «οδικό χάρτη» για τυχόν επιδημία της νόσου ζήτησε από την ΗΔΙΚΑ ακριβή στοιχεία συνταγογράφησης των εμβολίων όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Αθωράκιστα 17 στα 100 παιδιά
Το ποσοστό 83% θεωρείται μικρό, κατά τους ειδικούς, καθώς για να συνεχίσει η ιλαρά να θεωρείται «εξαφανισμένη» νόσος πρέπει τα εμβολιαστικά ποσοστά να ξεπερνούν το 90%. Από αυτά τα δεδομένα είναι άγνωστο το ποσοστό κάλυψης των ενηλίκων, παρότι ο μεγαλύτερος όγκος στοιχείων αφορά στους ανήλικους. Η επίσημη σύσταση, πάντως, είναι άτομα γεννημένα από το 1970 και μετά, που δεν έχουν νοσήσει με ιλαρά, να πραγματοποιήσουν το εμβόλιο.
Ένα ακόμη θέμα που καλούνται να διαχειριστούν οι υπεύθυνοι Δημόσιας Υγείας είναι η αναγνώριση της νόσου από νέους γιατρούς. Με δεδομένο ότι λόγω του εμβολιασμού η ιλαρά δεν απαντάται συχνά στην Ελλάδα, αρκετοί γιατροί δεν έχουν κληθεί να την διαχειριστούν. Όπως επισημαίνουν παιδίατροι στο ygeiamou.gr, η λοίμωξη με ιλαρά ξεκινά με συμπτώματα στο αναπνευστικό, συνεχίζει με πυρετό και το χαρακτηριστικό εξάνθημα εμφανίζεται 3-4 ημέρες μετά την εκδήλωση συμπτωμάτων.
Η εκπαίδευση του υγειονομικού προσωπικού, επομένως, στη διάγνωση της νόσου και στην αντιμετώπισή της είναι ένα από τα μέτρα που περιλαμβάνει η στρατηγική του ΕΟΔΥ. Επιπλέον, επειδή ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι ειδικοί πληθυσμοί, όπως μετανάστες, Ρομά, ομάδες στις οποίες η μετάδοση ευνοείται και λόγω συνθηκών διαβίωσης, δεν αποκλείεται να γίνουν μαζικοί εμβολιασμοί, όπως έχουν πραγματοποιηθεί και στο παρελθόν.
Συναγερμός από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας
Το «καμπανάκι» για εγρήγορση το χτύπησε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), σύμφωνα με τον οποίο τα περιστατικά ιλαράς αυξήθηκαν πέρυσι στην Ευρώπη κατά 30 φορές. Συγκεκριμένα, το 2023 μολύνθηκαν περισσότεροι από 30.000 άνθρωποι, σε σύγκριση με 941 κατά τη διάρκεια ολόκληρου του 2022.
Ειδικοί του ΠΟΥ θεωρούν ότι η εμβολιαστική έξαρση είναι αποτέλεσμα εμβολιαστικού κενού κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού. Σε δηλώσεις του για την κατάσταση στην Ευρώπη, ο Δρ Χανς Κλούγκε, περιφερειακός διευθυντής του ΠΟΥ, ανέφερε: «Έχουμε δει, στην περιοχή, όχι μόνο μια 30πλάσια αύξηση των κρουσμάτων ιλαράς, αλλά και σχεδόν 21.000 νοσηλείες και πέντε θανάτους που σχετίζονται με την ιλαρά. Αυτό είναι ανησυχητικό». Σύμφωνα με το ECDC, έξαρση υπάρχει στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε άλλες χώρες με έμφαση σε κοινότητες και κλειστούς πληθυσμούς με χαμηλή εμβολιαστική κάλυψη.
Η τελευταία επιδημική έξαρση της ιλαράς
Κατά την χρονική περίοδο 2004-2022 εκδηλώθηκαν τρεις επιδημίες ιλαράς στη χώρα μας: Τα έτη 2005-2006, 2010-2011 και 2017-2018. Δηλώθηκαν συνολικά 4.151 κρούσματα με μέση ετήσια δηλούμενη επίπτωση στο σύνολο της χώρας 2,02/100.000 πληθυσμού. Η πλειοψηφία των κρουσμάτων αφορούσε σε Έλληνες Ρομά (56,9%) αλλά και νεαρούς ενήλικες από το γενικό πληθυσμό που ήταν ανεμβολίαστοι ή ατελώς εμβολιασμένοι. Το νόσημα παρουσίασε την υψηλότερη επίπτωση στην ηλικιακή ομάδα 0-4 ετών. Δηλώθηκαν συνολικά τέσσερις θάνατοι με μέση ετήσια θνητότητα 0,02%.
Η τελευταία ήταν και η μεγαλύτερης έκτασης επιδημία και είχε συνδεθεί με το αντιεμβολιαστικό κίνημα που ήταν στα «πάνω» του. Η επιδημία ξεκίνησε το έτος 2017 με 968 δηλωθέντα κρούσματα και μέση ετήσια δηλούμενη επίπτωση 8,99/100.000 πληθυσμού και κορυφώθηκε το επόμενο έτος με 2.291 δηλωθέντα κρούσματα και μέση ετήσια δηλούμενη επίπτωση 21,33/100.000 πληθυσμού. Η νόσος επηρέασε συχνότερα τη Νότια Ελλάδα.
Κατά το έτος 2022 όπως και το 2021 δεν δηλώθηκε κανένα κρούσμα ιλαράς. Ο ΕΟΔΥ επισημαίνει την πιθανότητα υποδήλωσης λόγω της συνεχιζόμενης πανδημίας Covid-19. Συνολικά, η μέση ετήσια δηλούμενη επίπτωση για την περίοδο 2004-2022 στο σύνολο της χώρας ήταν 2,02/100.000 πληθυσμού (μέση τιμή αριθμού κρουσμάτων κατ’ έτος: 218,5 , συνολικός αριθμός κρουσμάτων: 4.151).



