Η αισθησιακή Σοφία Λόρεν, ξεκίνησε από τις φτωχογειτονιές της μεταπολεμικής Νάπολι για να κερδίσει τον παγκόσμιο θαυμασμό ως μία από τις ομορφότερες ιταλίδες και να παραμένει μέχρι σήμερα η πιο διάσημη σταρ που ανέδειξε η Ιταλία.
Η μοίρα της Σοφίας άλλαξε δραματικά, σε ηλικία 15 ετών, όταν συμμετείχε στον διαγωνισμό της «Μις Ιταλία», εκπροσωπώντας την περιφέρεια του Λατίου και αναδείχθηκε «Μις Κομψότητα», κερδίζοντας το τρίτο βραβείο. Χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Σοφία Λάτσαρο, άρχισε να εμφανίζεται σε φωτορομάντζα, ένα δημοφιλές ανάγνωσμα εκείνη την περίοδο, όπου διάφορα περιοδικά δημοσίευαν ρομαντικές ιστορίες με φωτογραφίες.
Στον κινηματογράφο πρωτομφανίστηκε το 1951 ως κομπάρσος στην θρησκευτική χολιγουντιανή υπερπαραγωγή «Quo Vadis;», που γυρίστηκε στα φημισμένα στούντιο της Τσινετσιτά στην Ρώμη.. Υπό την καθοδήγηση του παραγωγού και μελλοντικού συζύγου της Κάρλο Πόντι, η Σοφία Σικολόνε μετατράπηκε σε Σοφία Λόρεν. Η καριέρα της ξεκίνησε σε μια σειρά από κωμωδίες χαμηλού προϋπολογισμού προτού προσελκύσει την αποδοχή κοινού και κριτικής ως Αΐντα στην εκδοχή της ομώνυμης όπερας του Βέρντι, που σκηνθέτησε ο Κλεμέντε Φρακάσι το 1953.
Το 1957 παντρεύτηκε τον μεγάλο και παντοτινό της έρωτα, τον δικηγόρο και μεγαλοπαραγωγό Κάρλο Πόντι, 21 χρόνια μεγαλύτερό της, με τον οποίο απέκτησε δύο γιούς: τον διευθυντή ορχήστρας Κάρλο Πόντι και τον σκηνοθέτη Εντοάρνο Πόντι. Ο γάμος τους όμως πέρασε από χίλια κύματα. Παντρεύτηκαν δια αντιπροσώπων στο Μεξικό, επειδή ο Πόντι μπορεί να είχε χωρίσει από την πρώτη του γυναίκα, αλλά το διαζύγιο απαγορευόταν τότε στην Ιταλία. Ο γάμος τους ακυρώθηκε το 1962 και οι δυο τους αναγκάστηκαν να λάβουν την γαλλική υπηκοότητα για να ξαναπαντρευτούν το 1966.
Η αποδοχή της από το Χόλιγουντ έπαιξε ρόλο στο να κερδίσει το Όσκαρ καλύτερης ηθοποιού για την ερμηνεία της στην ταινία του Βιτόριο ντε Σίκα «Η Ατιμασμένη» («La Ciociara») (1961), στην οποία υποδυόταν μια θαρραλέα μητέρα ενός κοριτσιού κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε δυο άλλες ταινίες του Ντε Σίκα ξεδίπλωσε το κωμικό της ταλέντο δίπλα στον γόη του ιταλικού κινηματογράφου, τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι: «Χθες, Σήμερα, Αύριο» («Ieri, Oggi, Domani» (1963), που κέρδισε Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας και «Γάμος αλά ιταλικά» («Matrimonio all’italiana», 1964).
Η καλύτερη ερμηνεία της ύστερης περιόδου της καριέρας της, ήταν και πάλι με τον Μαστρογιάνι, στην ταινία του Έτορε Σκόλα «Μια ξεχωριστή μέρα» ( «Una giornata particolare»,1977). Το μεταγενέστερο έργο της περιελάμβανε μεταξύ άλλων την τηλεοπτική ταινία «Courage» (1986), την ταινία «Prêt-à-Porter» (1994), που σκηνοθέτησε ο Ρόμπερτ Άλτμαν και το μιούζικαλ «Nine» (2009).
Η Σοφία Λόρεν τιμήθηκε με ένα δεύτερο Όσκαρ για την συνολική προσφορά της στην έβδομη τέχνη (1991) και ένα «Χρυσό Λέοντα» για το ίδιο λόγο από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας (1998). Συχνά απασχόλησε τα πρωτοσέλιδα του Τύπου για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ζώων, αλλά και με την δεκαήμερη φυλάκισή της για χρέη προς το Ιταλικό Δημόσιο. Το 2010 έλαβε το διακεκριμένο ιαπωνικό βραβείο «Praemium Imperiale».



