27.9 C
Larissa

Η αφαίρεση της ζωής αποτελεί κορύφωση μιας εξακολουθηματικής εγκληματικής συμπεριφοράς του δράστη

Γράφει η Νικολέττα Μπουρνόβα

Η μόνη στιγμή που η κοινωνία και το σύνολο των θεσμών και Αρχών, ομολογεί, ότι το καρκίνωμα της βίας στην οικογένεια αποτελεί μια ζοφερή πραγματικότητα, που οφείλει να αντιμετωπίσει, είναι η στιγμή κατά την οποία συμβαίνει και δημοσιοποιείται, ένα ή δύο ή τρία φαινόμενα ειδεχθών εγκλημάτων, με θύματα γυναίκες κάθε ηλικίας και θύτες τους «συντρόφους τους».

Πράγματι γίνεται ιδιαίτερος λόγος για την θεσμοθέτηση στον ποινικό μας σύστημα του όρου «γυναικοκτονία», ώστε σε αυτή την έννοια να υπάγεται η αφαίρεση της ζωής μιας γυναίκας, επειδή είναι η γυναίκα και συνδέεται με τον δράστη είτε με γάμο, είτε με σύμφωνο συμβίωσης, είτε με οποιασδήποτε μορφής συντροφική σχέση, η δε πράξη της αφαίρεσης της ζωής της, έχει ως αιτία και κίνητρο την ιδιότητα της και λαμβάνει χώρα είτε διαρκούσης της σχέσεως, είτε μετά την τυχόν διακοπή αυτής, εξ αφορμής αυτής.

Ο νόμος 3500/2006 περί ενδοοικογενειακής, άλλως έμφυλης βίας, θεσμοθετήθηκε με ελάχιστες έως σήμερα τροποποιήσεις, προκειμένου να αντιμετωπίσει μια παθογένεια, που έως τότε ήταν περιορισμένη ή ήταν επαρκώς συγκεκαλυμμένη. Ο νόμος περί ενδοοικογενειακής βίας, τυποποποίησε ως εγκλήματα, τα αδικήματα της ενδοοικογενειακής απειλής, της ενδοοικογενειακής παράνομης βίας και της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, προβλέποντας αυστηρότερες ποινικές κυρώσεις, όταν οι πράξεις της απειλής, της σωματικής βλάβης και της παράνομης βίας, τελούνται με θύματα και δράστες μέλη της ίδιας οικογένειας.
Παρά το γεγονός ότι η κοινωνία μας θρηνεί την απώλεια 30 γυναικών εντός ενός έτους περίπου, η γυναικοκτονία δεν έχει ακόμη αποτελέσει τυποποιημένο αδίκημα στον ποινικό μας κώδικα. Πλην όμως, κατά την ταπεινή μου άποψη, ακόμη κι αν η Πολιτεία προχωρήσει στην θεσμοθέτησή του εγκλήματος αυτού, θεωρώ, ότι δεν θα είναι επαρκής και ικανή, ώστε να εξαλείψει το φαινόμενο. Διότι ναι μεν, η πρόβλεψη ιδιαιτέρως αυστηρών ποινικών κυρώσεων, θεωρητικά μπορεί να αποτρέψει τους εν δυνάμει δράστες από την τέλεση των εν λόγω εγκλημάτων, πλην όμως, πρέπει να αναλογιστούμε, ότι η αφαίρεση της ζωής, δεν αποτελεί μια μεμονωμένη πράξη, αλλά αποτελεί την κορύφωση μιας μακράς κατ εξακολούθηση και επιδεινούμενης εγκληματικής συμπεριφοράς, αποτελούμενη από επιμέρους πράξεις άσκησης ενδοοικογενειακής βίας, ήτοι απειλής, σωματικής και λεκτικής βίας.

Απαιτείται λοιπόν, η εκ βάθρων και η εν τη γενέσει του αντιμετώπιση του φαινομένου, που χρειάζεται μέσα σε αυτή να συζητήσουμε την συνολική, σφαιρική και ουσιαστική συνδρομή και συνεργασία όλων των θεσμικών φορέων της Πολιτείας, ώστε να δημιουργείται ένα πραγματικό δίχτυ προστασίας των θυμάτων. Η συζήτηση λοιπόν, που πρέπει να ξεκινήσει, θα είναι ελλιπής και ατελέσφορη, εάν δεν περιλαμβάνει τον ρόλο των θεσμικών φορέων, την υλική και επιστημονική ενδυνάμωση τους, τις μέχρι σήμερα διαπιστωθείσες πράξεις, παραλείψεις και πλημμέλειες, που είχαν ως απόρροια την ελλιπή θεσμική προστασία της γυναίκας και την δημιουργία θεσμικού κενού, το οποίο συνιστά έμμεση παρότρυνση ή διευκόλυνση του δράστη στην συνέχιση και κορύφωση της εγκληματικής συμπεριφοράς του.

Νικολέττα Μπουρνόβα
          Δικηγόρος
Επιστημονική Συνεργάτης
   Βουλής των Ελλήνων

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ