27.9 C
Larissa

Από τον Τζώρτζ Όργουελ έως την Πισπιρίγκου μια «κλειδαρότρυπα» δρόμος!

Της Μαρίας Κορώνα, δημοσιογράφος

Ο Τζώρτζ  Όουργελ κάποτε είχε προβλέψει μέσα από το βιβλίο του «1984», τη μελλοντική εξοικείωση της ανθρώπινης οντότητας ως προς την παρακολούθηση άλλων ανθρώπινων οντοτήτων με τη λογική της «κλειδαρότρυπας». Όταν το Ολλανδικό ριάλιτι εγκλεισμού «Big Brother» κατά κόσμον (Μεγάλος αδελφός), που παρουσιάστηκε το 1997 έδωσε τη σκυτάλη του στο αντίστοιχο ελληνικό το 2001, ο Όργουελ θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποδείχθηκε  στην αντιστοίχηση του μυαλού μας με ανατριχιαστικά τρόπο προφητικός. Περισσότερο ανατριχιαστική, όμως, άρχισε να γίνεται η σταδιακή σε βαθμό εθισμού σφυρηλάτηση της  σχέσης ανάμεσα στους συμμετέχοντες των συγκεκριμένων ριάλιτι και του τηλεοπτικού κοινού.

Για τους πρώτους, η δημοσιότητα υπήρξε ανέκαθεν το ιερό δισκοπότηρο της ύπαρξης τους  για τους δεύτερους απλώς το «ποτήρι»  μιας κανάτας -γεμάτο με ιδιωτικές στιγμές – που «ξεδιψούσε» την περιέργεια τους. Περιέργεια ή ταύτιση είναι σχεδόν σίγουρο πως το τηλεοπτικό κοινό ήθελε να γεμίσει τα κενά του σε βαθμό που οι τηλεοπτικοί «παίκτες» τύπου Τσάκας και Πρόδρομος έπαψαν γρήγορα να το ευχαριστούν, το κόρεσαν. Από την πλευρά τους, οι παραγωγοί αυτών των τηλεοπτικών «προϊόντων» έπρεπε να βρίσκονται σε μία διαρκή εγρήγορση για την προσφορά «άρτου και θεάματος» σε ένα αδηφάγο κοινό που τρέλαινε τα μηχανάκια της AGB κάθε φορά που το ξεκατίνιασμα και η προβολή ιδιωτικών στιγμών βρισκόταν σε πληθώρα.

Εικοσιένα χρόνια μετά το πρώτο «Big Brother» εξακολουθεί να υπάρχει πλειάδα εκπομπών και ριάλιτι στην ελληνική τηλεόραση που εξυπηρετούν πάνω κάτω τους ίδιους αρχικούς σκοπούς.  Όμως κάτι έχει αλλάξει και αυτό είναι συνολικά ορατό στην κοινωνία. Οι συμμετέχοντες  παρουσιάζονται περισσότερο «διαβασμένοι», διεκπεραιώνοντας εν πολλοίς έναν θεατρικό ρόλο κάνοντας καλύτερη διαχείριση της εικόνας τους και μαθαίνοντας από τα λάθη των προκατόχών τους. Από την άλλη, το τηλεοπτικό κοινό φαίνεται να αντιλαμβάνεται αυτή την έλλειψη αυθεντικότητας σε βαθμό που στρέφεται πλέον σε αληθινά γεγονότα και περιστατικά στα οποία δεν υποβόσκει κάποιο χρηματοδοτούμενο από τρίτους κόνσεπτ, αλλά ελλοχεύει ακόμα μέσα στην ίδια τους την ψυχοσύνθεση το σύνδρομο “voyer”.  Το ίδιο, όμως, φαίνεται να αντιλαμβάνονται για άλλη μια φορά και οι ιθύνοντες  που αποτελούν τον άμεσο «μεσάζοντα» αυτής της ιδιόμορφης  σχέσης.

Όταν λοιπόν, η Ρούλα Πισπιρίγκου κατηγορείται ότι δολοφόνησε το ένα από τα τρία της παιδιά το περιστατικό δεν καταγράφεται ως είδηση που αποσκοπεί στην ουσιαστική ενημέρωση του κοινού, αλλά μετατρέπεται ελαφρά τη καρδία σε ένα αληθινό ριάλιτι ζωής. Εκπομπές δεν θα διστάσουν να «ζωντανέψουν» τα νεκρά παιδιά με τη λογική 3D γραφικών σε σημείο που να νιώθουμε ότι μπορούμε να τα αγγίξουμε αν πλησιάσουμε στην οθόνη της τηλεόρασης μας.  Λες και δεν έφτανε η ίδια η τραγικότητα της είδησης ώστε να μπορέσουμε να αισθανθούμε -όσο η λογική μας επιτρέπει- αυτά τα άτυχα παιδιά «δικά μας». Η γειτονιά της κατηγορουμένης μετατρέπεται σε έναν όχλο που ούτε οι καλύτεροι χούλιγκανς δεν θα μπορούσαν να προσεγγίσουν σε φωνές και βωμολοχίες. Τα social media παίρνουν κυριολεκτικά «φωτιά» με ανθρώπους που συγκρίνουν την ανωτερότητα  τους στον ρόλο τους ως γονέα σε αντιπαραβολή με εκείνον της δράστιδος σε μια προσπάθεια που θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι μοιάζει  από απολογητική έως και προσπάθεια εξόρκισης του κακού από επάνω τους, από επάνω μας και ίσως από μια ολόκληρη κοινωνία. Οι γονείς των δολοφονημένων παιδιών εμφανίζονται εξοικειωμένοι με τις κάμερες σε σημείο που θα ζήλευε κάθε δημοσιογράφος στα πρώτα βήματα της καριέρας του. Όταν δε η είδηση της εγκληματικής πράξης χρειάζεται να διανθιστεί με πικάντικες λεπτομέρειες που αφορούν στο ειδύλλιο του ζευγαριού τότε άθελα μας ή μη συμμετέχουμε σε ένα ριαλιτι ζωής.

Διερωτάται λοιπόν κάποιος, ποιος έμαθε σε μια ολόκληρη κοινωνία να αρέσκεται σε λογικές διαχείρισης εικόνας όταν ένα τόσο στυγερό έγκλημα έχει διαπραχθεί. Διερωτάται λοιπόν κάποιος, τι θα γίνει στις επόμενες δύο δεκαετίες από σήμερα και μετά τη μακρά εξοικείωση μας στο να κοιτάζουμε τα πάντα μέσα από «κλειδαρότρυπες», ακόμα κι όταν η «κλειδαρότρυπα» αφορά σε έγκλημα.  Διερωτάται λοιπόν κανείς, τι είναι αυτό που κάνει μια σύγχρονη κοινωνία να μην έχει απεμπολήσει ακόμα την αιμοδιψή μανία της που θυμίζει περιόδους ρωμαϊκής αρένας.

Για το πρώτο ερώτημα θα ήθελα να ρωτήσω τον αγαπημένο μου Όργουελ, αλλά δυστυχώς δεν ζει πχια. Για τα υπόλοιπα θα αρκεστώ στο να κοιτάξω την κοινωνία στα μάτια και όχι μέσα από τις «κλειδαρότρυπες» που έμαθε να ζει και θα περιμένω με μεγάλη απορία τις απαντήσεις της.

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ