Ο Παζολίνι παραμένει θεματολογικά στο αγαπημένο του υποπρολεταριάτο, το εμποτίζει όμως με το φροϋδικό στοιχείο του άτυπου, άδηλου και υπολανθάνοντα ερωτισμού ενός έφηβου για την πόρνη μάνα του. Κι αν για τη Μάμα Ρόμα θα μπορούσε ο ίδιος της ο γιος να αποτελεί τη μόνη διέξοδο αποδοχής των συναισθημάτων της, εκείνος ωθείται μοιραία στον υπόκοσμο, δέσμιος της πόλης όπου μεγαλώνει.
Η «Μάμα Ρόμα» δεν είναι απλώς η συγκλονιστική Άννα Μανιάνι, είναι και η ίδια η Ρώμη, η κοινωνία, η οποία τρώει τα πιο παραγωγικά νεανικά της κύτταρα. Χαρακτηριστική η σκηνή του τέλους: η Μάμα Ρόμα έχει αφήσει στο νεκροτομείο το πτώμα του Έτορε, του παιδιού της. Βγαίνει στο παράθυρο και ρίχνει ένα βλέμμα γεμάτο μίσος, απόγνωση και οργή προς την πόλη που απλώνεται απειλητικά τριγύρω της. Δύο Μάνες είναι στην ουσία, βαθιά θλιμμένες αμφότερες και υπεύθυνες για το χαμό ενός παιδιού.



